ΚΑΡΦΙΑ
Κοινωνική απομόνωση και μνησικακία

Στους τσιμεντένιους αεραγωγούς της μητρόπολης, το φως φτάνει πάντα φιλτραρισμένο από τις γυάλινες προσόψεις των τραπεζών και τις παγωμένες οθόνες των υγρών κρυστάλλων. Η πόλη, που κάποτε κυοφορούσε την υπόσχεση της μεγάλης συνάντησης, των μαζικών ξεσηκωμών και της συλλογικής ανάσας, μετατράπηκε αργά και μεθοδικά σε ένα γιγαντιαίο άθροισμα από περίκλειστα κελιά.
Οι μηχανισμοί της κυριαρχίας δεν χρειάζονται πια αλυσίδες για να κρατήσουν το σώμα καθηλωμένο. Τους αρκεί ο αόρατος, αδιάκοπος καταναγκασμός της επιβίωσης. Ο νόμος της αγοράς μεταμφιέστηκε σε φυσικό νόμο: η καθημερινότητα έγινε ένας διαρκής στίβος μάχης για το μεροκάματο, μια εξαντλητική καταδίωξη του εφήμερου που αφήνει το πνεύμα κατάκοπο και την ψυχή στεγνή. Κι όταν η κούραση παραλύει τα γόνατα, η τεχνολογία προσφέρει το τέλειο ναρκωτικό. Ένα ψηφιακό παράθυρο στον κόσμο, που αντί να πλαταίνει τους ορίζοντες, στενεύει τη ματιά.
Μέσα από αυτό το λαμπερό γυαλί, οι εξουσίες πέτυχαν το πιο ύπουλο επίτευγμά τους: την καθολική εξάπλωση μιας κλειστοφοβικής, επαρχιώτικης νοοτροπίας στην καρδιά του αστικού πυρήνα. Η παλιά, στενόμυαλη καχυποψία του χωριού… το «τι θα πει ο κόσμος», η ηδονή της κλειδαρότρυπας, η επιτήρηση του γείτονα, δεν εξαφανίστηκε. Μεταλλάχθηκε. Έγινε αλγόριθμος, ψηφιακό κουτσομπολιό, δημόσιος διασυρμός και αέναη σύγκριση. Ο μικροαστός, ανυπεράσπιστος απέναντι στην ίδια του τη γύμνια, κοιτάζει το διπλανό του όχι ως σύντροφο στη μοίρα της μισθωτής σκλαβιάς, αλλά ως εν δυνάμει απειλή ή ανταγωνιστή.
Έτσι γεννιέται η μνησικακία. Είναι το δηλητήριο που εκκρίνει η αδυναμία όταν συνειδητοποιεί την αδικία, αλλά αρνείται να τη στρέψει προς τον θύτη. Ο φθόνος γίνεται το αόρατο νήμα που συνδέει τους ανθρώπους. Δεν φθονούν τον πλούτο των ολίγων… αυτός παρουσιάζεται ως κανονικότητα, σχεδόν θεϊκός, αλλά το ελάχιστο πάτημα του διπλανού. Ο εργάτης φθονεί τον άνεργο για ένα επίδομα, ο ενοικιαστής τον «ιδιοκτήτη» που παίρνει τα 200€ και τα δίνει στην τράπεζα για το δάνειο. Η εξουσία χαμογελά στα σκοτεινά: όσο οι κολασμένοι τρώγονται μεταξύ τους για τα ψίχουλα, το τραπέζι των αφεντικών μένει ανέπαφο.
Η ουσιαστική αλληλεγγύη, αυτή η θερμή, επικίνδυνη αλυσίδα των χεριών που κάποτε γκρέμιζε αυτοκρατορίες, αποσυναρμολογήθηκε. Αντικαταστάθηκε από την παγωμένη οικειότητα του δικτύου, από ανούσιες συμπάθειες της οθόνης που δεν κοστίζουν τίποτα και δεν διακινδυνεύουν τίποτα. Ο άνθρωπος έμαθε να φοβάται την ανάσα του άλλου, τη μυρωδιά του ιδρώτα του, την κοινή διεκδίκηση στον δρόμο.
Κι όμως, κάτω από την άσφαλτο και τους αλγόριθμους, η ανάγκη για φως παραμένει ζωντανή. Η μνησικακία είναι ένα τεχνητό κατασκεύασμα, ένας μηχανισμός υποταγής. Η πραγματική χειραφέτηση θα ξεκινήσει την ημέρα που τα βλέμματα θα σηκωθούν από τις φωτεινές οθόνες, θα διασταυρωθούν με θάρρος μέσα στην καταχνιά της πόλης και θα αναγνωρίσουν στον απέναντι όχι τον εχθρό, αλλά τον ταξικό αδελφό. Τότε που η απομόνωση θα σπάσει και η αλληλεγγύη θα γίνει ξανά η μόνη δυνατή αλήθεια.

