Η μέρα που έγινα οπαδός της ΑΕΚ

0

Είναι Σάββατο 15 Ιανουαρίου 1977 στο Λούντβιχσχαφεν της Δ. Γερμανίας

Θυμάμαι ήμουν 6 ετών τότε… όταν ο αδερφός μου ο Νικος με είχε στενοχωρήσει πολύ, διότι αυτός και η παρέα του αποφάσισαν να μην με πάρουν μαζί τους για μπάλα στο πάρκο λίγο πιο κάτω από το σπίτι μας. Εκείνη την μέρα θα έπαιζαν τα ελληνόπουλα κόντρα στα Γερμανόπουλα της γειτονιάς. Στην εποχή μας ήταν ένα τοπικό ντέρμπι ή μάλλον το μεγάλο ντέρμπι της γειτονιάς. Υπήρχαν και πολλοί θεατές γύρω τριγύρω, κυρίως συνταξιούχοι που πήγαιναν να διαβάσουν την εφημερίδα τους στο πάρκο ή κάποιοι άλλοι που έκαναν τη βόλτα τους με το σκύλο. Ο κηπουρός σε εκείνο το δημοτικό πάρκο θα έκανε τον διαιτητή μιας και ο γιός του έπαιζε στην ομάδα με τα γερμανόπουλα.
Είχα νευριάσει πολύ με τον αδερφός μου και έκλαιγα απαρηγόρητα, διότι ελάχιστες μέρες πιο πριν, είχα ανακαλύψει μια πατέντα για το πως θα φτιάχναμε καλά δοκάρια για να έχουμε δυο αξιοπρεπή τέρματα, πόσο μάλλον όταν ήμουν και τερματοφύλακας. Σε ένα εργοτάξιο λίγα τετράγωνα πιο μακριά είχα βρει τέσσερα διαχωριστικά πλαστικά κολωνάκια σε αρκετά καλή κατάσταση (ξέρετε αυτά με τις πορτοκαλί και ασημί ρίγες). Μόλις τα ανακάλυψα θαμμένα κάτω από κάτι μπάζα, αμέσως τα ξέθαψα και τα πήρα μαζί μου και άρχισα να κάνω όνειρα μεγάλα για εκείνο το ντέρμπι… ήμουν αποφασισμένος να μην δεχτώ κανένα γκολ εκείνη την ημέρα. Δυστυχώς όμως ο αδερφός μου δεν με πήρε μαζί του στην αποστολή κι έτσι έμεινα πίσω στο σπίτι θλιμμένος και πνιγμένος στο κλάμα. Θυμάμαι καθόμουν σε μια από τις καρέκλες της κουζίνας με σκυμμένο το κεφάλι και σκούπιζα την μύτη μου στο μανίκι της μπλούζας μου.
Η μητέρα μου, που φορούσε μια κρητική κεντητή παραδοσιακή ποδιά (με τον μινώταυρο) μαγείρευε ψητό με λεμονάτες πατάτες εκείνη την ημέρα και προσπαθούσε ταυτόχρονα να με καλμάρει όσο μπορούσε «έλα μωρέ Σωκρατούλη μου που κάθεσαι και κλαις για το τίποτα. Θα σε πάρει την άλλη φορά μαζί του… σώπα τώρα να χαρείς και έχω πονοκέφαλο…»,
«είναι κακός ο Νίκος… εγώ βρήκα και τα δοκάρια για να παίξουμε όλοι μαζί και τώρα δε με θέλουν μαζί τους για να παίξει στο τέρμα ο φίλος του ο Δημήτρης» φώναζα βουρκωμένος στην μητέρα μου.


Ο πατέρας μου εργάτης (Gastarbeiter) σε εργοστάσιο της BASF που έτυχε να μην δουλεύει εκείνη την ημέρα, άκουσε την φασαρία μπαίνοντας στο σπίτι, ερχόμενος από το supermarket της γειτονιάς «Γυναίκα; Τι είναι αυτές οι φασαρίες που ακούω; »,
«ε να… ο γιός σου ο Σωκράτης χτυπιέται που ο Νίκος δεν τον πήρε μαζί του για μπάλα…» του απάντησε η μητέρα μου ενώ ήταν σκυμμένη μπροστά στο φούρνο και έριχνε χοντρό αλάτι στο ψητό,
«και γιατί δε σε πήρε παιδί μου;» με ρώτησε ο πατέρας μου ενώ ακούμπησε τα ψώνια στο τραπέζι και μου χάιδεψε τα μαλλιά,
«γιατί είναι κακός… μου είπε ότι θα πηγαίναμε να παίξουμε μαζί σήμερα κι αυτός με άφησε πίσω» του απάντησα ενώ άρχισα να κλαίω με αναφιλητά,
«μην κλαίς… όταν θα έρθει θα τον περιλάβω εγώ… εντάξει;»,
«ναι, αλλά σήμερα παίζουμε με τους γερμανούς και πρέπει να νικήσουμε και ήθελα να παίξω τερματοφύλακας και να μη φάμε γκολ…» του είπα απογοητευμένος και παραπονεμένος κοιτάζοντάς τον μέσα στα μάτια.
Ο πατέρας μου που με λυπήθηκε κάθισε δίπλα μου και με αγκάλιασε «να σε ρωτήσω κάτι…» μου είπε στοργικά,
«τι» τον ρώτησα κοφτά,
«μιας και μιλάμε για μπάλα… ξέρεις τι ομάδα είμαστε εμείς στην οικογένειά μας;»,
«ναι ξέρω… εμείς είμαστε ΑΕΚ» του απάντησα αμέσως,
«σωστά… αλλά έχω μια απορία…»,
«τι απορία»,
«έχεις παρακολουθήσει ποτέ την ΑΕΚ όταν παίζει μπάλα, να δεις τι ομάδα έχουμε;»,
«όχι..»,
«ξέρεις τη μέρα είναι σήμερα;»
«Σάββατο… και είναι η μέρα που παίζουμε με τους γερμανούς και ο Νίκος δε με πήρε μαζί του…» συνέχισα εγώ που θυμήθηκα πάλι ότι με άφησε εκτός αποστολής,
«εντάξει σώπα τώρα και άφησέ με να σου πω…» με διέκοψε ευγενικά ο πατέρας μου,
«εντάξει πες μου»,
«τι μέρα είπαμε είναι σήμερα» με ξαναρώτησε,
«Σάββατο» του απάντησα και ήμουν έτοιμος πάλι να αρχίσω τα παράπονα, αλλά με πρόλαβε ο πατέρας μου και συνέχισε
«μπράβο… και τι κάνω κάθε Σάββατο ή Κυριακή;»,
«ή δουλεύεις ή ξεκουράζεσαι»,
«και τι άλλο;»,
«ακούς ραδιόφωνο»,
«σωστά… και τι ακούω στο ραδιόφωνο;»,
«δεν ξέρω…»,
«την ΑΕΚ παιδάκι μου… σήμερα παίζει η ΑΕΚ και μάλιστα με τον ΑΡΗ… αυτό κι αν είναι μεγάλο ντέρμπι»,
«και γιατί μου τα λες αυτά..» τον ρώτησα παραξενεμένος,
«διότι σήμερα θα είναι μια μεγάλη μέρα για σένα… σήμερα για πρώτη φορά θα ακούσεις μαζί μου την ΑΕΚάρα μας να παίζει μπάλα και άρα θα είναι η πρώτη σου μέρα ως οπαδός της Ένωσης. Όλα είναι γραφτά παιδί μου. Ήταν γραφτό να μείνεις σπίτι σήμερα για να βαπτιστείς επίσημα ως ΑΕΚτζής» μου είπε χαρούμενος ενώ είχε σηκωθεί και το μυαλό του ταξίδευε στη Ν. Φιλαδέλφεια…
«και πως είναι η ΑΕΚ; Τι χρώματα έχουμε;»,
«η ΑΕΚ φοράει κίτρινα και μαύρα… είμαστε κιτρινόμαυροι και αυτή εδώ είναι η σημαία μας με τον δικέφαλο αετό» μου είπε και μου κατέβασε ένα σημαιάκι που είχε δίπλα στο δορυφορικό ραδιόφωνο που είχε σε ένα ράφι πάνω από εκεί που καθόμασταν.

Ποτέ μέχρι εκείνη την ημέρα δεν το είχα παρατηρήσει αυτό το σημαιάκι, ενώ υπήρχε εκεί πριν ακόμη γεννηθώ. Εγώ κοιτούσα τον δικέφαλο και δεν μπορούσα να πάρω το βλέμμα μου από πάνω του. Είχα κολλήσει.
«Σ’ αρέσει ε; Κι εγώ έτσι είχα κολλήσει όταν τον πρωτοείδα τον δικέφαλο…» μου είπε χαρούμενος ο πατέρας μου,
«πολύ ωραίος ο αετός μπαμπά… και ποιοι είναι οι τερματοφύλακες που έχουμε» τον ρώτησα σαν μικρός τερματοφύλακας που ήμουν
«έχουμε τρείς, είναι ο Νίκος Χρηστίδης, ο Λάκης Στεργιούδας και ο Γιώργος Σιδηρόπουλος. Εμένα μ’ αρέσει ο Χρησίδης» μου απάντησε,
«και ποιοι είναι οι καλύτεροι παίκτες;»,
«όλοι είναι άψογοι, αλλά ξεχωρίζω τον Θωμά το Μαύρο και τον Ντούσαν Μπάγιεβιτς… αλλά και ο Μίμης Παπαϊωάννου και ο Μουσούρης είναι πολύ καλοί»,
«δύσκολα ονόματα μπαμπά…»,
«μόλις παρακολουθήσεις μερικούς αγώνες θα τους νιώθεις σαν να είναι φίλοι σου και θα τα θυμάσαι απ’ έξω και ανακατωτά τα ονόματά τους»,
«εμένα ο Μαύρος μου έμεινε κατευθείαν στο μυαλό» του είπα γελώντας,
«συμφωνώ… έχει το όνομα έχει και τη χάρη… χα χα χα» γέλασε ο πατέρας μου.

Την ημέρα εκείνη το ημερολόγιο έγραφε Σάββατο 15 Ιανουαρίου 1977 και η ΑΕΚ αντιμετώπιζε τον ΑΡΗ εντός έδρας και η ΑΕΚ νίκησε 4:2 με γκολ του Νικολούδης στο 15’, του Μαύρος στο 31’, του Παπαιωάννου στο 58’ και του Μπάγιεβιτς στο 79’. Άκουσα όλη την ραδιοφωνική αθλητική εκπομπή του αγώνα (με πολλά παράσιτα) και ο ενθουσιασμός μου ήταν ατελείωτος. Ο πατέρας μου ήταν πολύ περήφανος που κιτρινομαυρίστηκα αμέσως. Θυμάμαι όταν έβαλε το γκολ ο Μαύρος (είχε γίνει κατευθείαν ο αγαπημένος μου επειδή ήταν εύκολο το όνομά του) άνοιξα το παράθυρο και φώναξα δυνατά «γκολάααααρα ο Μαύυυυρος… γκολάαααρα). Κάθε φορά που έμπαινε γκολ ανέβαινα στο τραπέζι και ούρλιαζα από την χαρά μου. Θυμάμαι την μάνα μου να λέει χαριτολογώντας στον πατέρα μου «…και δεν τον άφηνες καλύτερα να κλαίει; Τι μου τον έκανες ΑΕΚτζή; Για να μου κάνει πατημασιές απάνω στο τραπεζομάντηλο και να χοροπηδά με κάθε γκολ απάνω στο τραπέζι σαν μαϊμού;». Ο πατέρας μου αργότερα μου αγόρασε μια φανέλα της ΑΕΚ με σορτσάκι σετ.

Από την ημέρα εκείνη και μετά δεν πέρασε Σαββατοκύριακο που να μην ακούσω την ΑΕΚ στο ραδιόφωνο. Εκείνη τη σεζόν πήραμε το πρωτάθλημα. Στον τελικό Κυπέλλου κόντρα στον ΠΑΟΚ με κεφαλιά του Ντούσαν Μπάγεβιτς στο 56′ ανοίξαμε το σκορ (1:0) και στο 80′ με σουτ του Θωμά Μαύρου γίνεται το 2:0 και το σπίτι έγινε μια μικρή σκεπαστή. Η ΑΕΚ πήρε ντάμπλ για δεύτερη φορά στην ιστορία της εκείνη τη χρονιά.
Μετά από πολλά χρόνια όταν ένας φίλος μου με ρώτησε από πότε είμαι ΑΕΚτζής, έψαξα και βγήκα την ημερομηνία και τη μέρα του αγώνα ΑΕΚ – ΑΡΗΣ 4:2 αφού θυμόμουν την ηλικία μου, το σκορ και τον αντίπαλο.
Ήταν η μέρα που έγινα οπαδός της ΑΕΚ και η μέρα αυτή χαράχτηκε για πάντα μέσα στην καρδιά μου. Ακόμα και σήμερα όταν κλείσω τα μάτια μου έρχεται στην μύτη μου η μυρωδιά του ψητού που ετοίμαζε η μάνα μου, αλλά και η αφή της κιτρινόμαυρης σημαιούλας του δικέφαλου αετού που δυστυχώς δεν κατάφερα να βρω. Μέχρι σήμερα όμως, υπάρχει εκείνο το δορυφορικό ραδιόφωνο που με κρατούσε σε επαφή με την μεγάλη μου αγάπη… την ΑΕΚάρα μας.

Υ.Γ.
Και για να ολοκληρωθεί η ιστορία… η ομάδα του αδερφού μου (τα ελληνόπουλα) έχασε εκείνη την ημέρα 6:3 από τα γερμανόπουλα. Ο κηπουρός διαιτητής έδωσε δυο ανύπαρκτα πέναλτι στα γερμανόπουλα προς το τέλος του αγώνα. Εγώ για να είμαι ειλικρινής χάρηκα πολύ για την ήττα τους… έτσι για να μάθουν να με παίρνουν την άλλη φορά μαζί τους.


Comments are closed.