Ο παππούς μου ο Νίκος

0
Τον θυμηθήκαμε χθες το βράδυ στο τραπέζι. Και καλό είναι να μην τους ξεχνάμε.

Ο παππούς μου, από τον οποίο πήρα και το όνομά μου, γεννήθηκε το 1924 στην Κέρκυρα. Όπως κάθε νεολαίος του νησιού από μικρός ασχολήθηκε με τη μουσική. Έπαιζε όμποε. Ένα ορχηστρικό πνευστό με πολύ ιδιαίτερο ήχο. Έφτασε να γίνει το πρώτο όμποε της Λυρικής σκηνής και να παίξει ακόμη και με τη Μαρία Κάλλας. Παράλληλα όμως δούλευε και στα Ελληνικά Ταχυδρομεία. Το πρωί στο γραφείο και το βράδυ μέχρι αργά πρόβα. Δήλωνε κεντρώος και δεν ψήφισε ποτέ του δεξιά. Πιτσιρικάς μάλιστα είχε περάσει από την ΕΠΟΝ στην Κέρκυρα για λίγο. Ίσως αυτός να ήταν και ένας από τους παράγοντες που επί χούντας πήρε δυσμενή μετάθεση για την Καβάλα όπου και έζησε για δύο χρόνια μακριά από την οικογένειά του.

Εγώ τον γνώρισα μόλις πέντε χρόνια από τη ζωή μου. Όμως θυμάμαι εικόνες του. Λάτρευε τη θάλασσα και με έπαιρνε μαζί του κάθε μέρα για μπάνιο στο εξοχικό του στη Νέα Μάκρη τα καλοκαίρια που με κρατούσε. Όταν γυρίζαμε σπίτι ξεπλενόμασταν και γελούσα με τον κάτασπρο πισινό του όταν του έπεφτε το μαγιό. Θυμάμαι επίσης ένα δειλινό να ανταλλάσσουμε πάσες στο δρόμο έξω από το σπίτι. «Άλλο λίγο και μετά πάμε μέσα γιατί νυχτώνει» θυμάμαι να μου λέει, αλλά όσο εγώ έπαιζα τόσο καθόμασταν. Θυμάμαι επίσης ότι στο υπόγειο του σπιτιού στη Νέα Μάκρη, είχε στήσει έναν ολόκληρο μπερντέ, είχε ετοιμάσει τις φιγούρες του Καραγκιόζη μία προς μία, και στο περίφημο πάρτυ των πέντε μου χρόνων κάναμε ολόκληρη παράσταση μαζί με τον πατέρα μου. Όλα αυτά μέχρι «να μεγαλώσει λίγο το παιδί και να του μάθω όμποε» έλεγε σε φίλους και γνωστούς. Τελικά έμαθα κιθάρα. Αλλά πιστεύω θα χαίρεται.

Δυο-τρεις ημέρες μετά από εκείνο το περίφημο πάρτυ, επέστρεψε στην καθημερινότητά του. Αυτό σήμαινε μπάνιο στη θάλασσα. Απαραιτήτως. Έτσι λοιπόν μαζί με τη γιαγιά μου κατεβήκαμε οι τρεις μας στην παραλία. Και ο παππούς ξηγιόταν ωραία. Παρότι τα περισσότερα παιδάκια έπαιζαν στα ρηχά, εκείνος μου φορούσε τα μπρατσάκια και μπαίναμε στα βαθιά. Εκείνος χαιρόταν την αλμύρα και τη θάλασσα και εγώ πλατσούριζα πλάι του νομίζοντας ότι είμαι κολυμβητής πρώτης τάξεως. Αυτό άλλωστε γινόταν κάθε μέρα σχεδόν. Η γιαγιά μου λίγο πιο πίσω είτε κολυμπούσε με κάποιες φίλες της, είτε μας παρακολουθούσε. Εκείνη την ημέρα όμως κάτι άλλαξε.

Ενώ κολυμπούσαμε ο παππούς άρχισε να αισθάνεται πιο υποτονικά. «Στέλλα να βγάλουμε έξω το παιδί» θυμάμαι να λέει στη γιαγιά μου. Η παραλία στη Νέα Μάκρη είναι αρκετά βραχώδης. Με τη βοήθεια της γιαγιάς μου βγήκα από το νερό και ακολουθούσε και ο παππούς αλλά πιο αργά. Βγαίνοντας από το νερό, έκανε τρία βήματα και ξάπλωσε για λίγο μπρούμυτα στα βράχια. Μετά από λίγο ξανασηκώθηκε. Έκανε άλλα τρία βήματα και ξαναξάπλωσε στην άμμο. Έπειτα σηκώθηκε και περπάτησε μέχρι την ομπρέλα μας. Ξάπλωσε στην ψάθα και θυμάμαι τη γιαγιά μου ανήσυχη κάθε δύο λεπτά να τον ρωτάει «Νίκο είσαι καλά;». Ο παππούς δεν ήθελε να την τρομάξει. Γύριζε καθησυχαστικά και της έλεγε πως είναι εντάξει. Μία, δύο. Την τρίτη φορά που τον ρώτησε ο παππούς δεν αποκρίθηκε. Ήταν πια αργά. Είχε πια φύγει…

Εικόνες λοιπόν. Γιατί το παιδικό μυαλό με έναν ακατανόητο τρόπο ρουφάει στιγμές σα σφουγγάρι. Και όσο μεγαλώνουμε έχει σημασία να το στύβουμε αυτό το σφουγγάρι. Γιατί μέσα στους πόρους του κρύβει ακόμη σταγόνες. Σταγόνες που κρύβουν εγκλωβισμένες στιγμές. Υγρές στιγμές σε βουρκωμένα μάτια. Άλλοτε από τη χαρά της μνήμης και άλλοτε από τη λύπη της απώλειας. Όμως αυτή η υγρασία δεν έχει εξατμιστεί. Και αυτή είναι η μαγεία της.

Μεγαλώνοντας κατάλαβα ότι ο παππούς έφυγε όπως ήθελε. Δίπλα στη θάλασσά του, παίζοντας με το συνονόματο εγγονό του. Και είναι παράξενο. Γιατί ο θάνατος σε επιλέγει, δεν τον επιλέγεις. Σε επιλέγει χωρικά και χρονικά. Από μια οντότητα σε μετατρέπει σε μια ανάμνηση. Η ύπαρξή σου δεν εξαρτάται πλέον από σένα αλλά από εκείνους που αφήνεις πίσω σου. Και ο παππούς μου ο Νίκος με άφησε πίσω του όπως ήθελε. Ασφαλή και ευτυχισμένο. Έζησε λίγα λεπτά παραπάνω για να βγω έξω από το νερό. Και έτσι μπορώ και τον θυμάμαι σήμερα 21 χρόνια μετά.

Το πιο φοβερό όμως είναι ότι ο παππούς πεθαίνοντας νίκησε το θάνατο. Δεν υποτάχθηκε μπροστά του. Έσβησε ήρεμος, την αγαπημένη του εποχή, στο αγαπημένο του μέρος και με τους αγαπημένους του ανθρώπους. Σα να διάλεξε εκείνος τον τρόπο, τον τόπο και το χρόνο. Έκανε τις τελευταίες του στιγμές τέχνη μέσα σε ένα απίστευτο Ιουλιάτικο μοτίβο.

Και αυτό δε θα το ξεχάσω ποτέ. Είναι αυτό που μου άφησε κληρονομιά.

Ο παππούς μου ο Νίκος.

 

 


Comments are closed.