ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΑΙ ΕΔΩ e-mail: aeklivegr@gmail.com

EDITORIALS

Εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Ντέμης… 

Avatar photo

Published

on

Η αλήθεια είναι ότι μιλάμε για εντελώς διαφορετική περίπτωση, αλλά μου άρεσε πολύ ο τίτλος. Μπορεί και ο Ντέιβιντ και ο Ντέμης να ήταν αστέρια ο καθένας στο δικό του ποδοσφαιρικό περιβάλλον τη δεκαετία του ’90. Μπορεί και οι δύο να παντρεύτηκαν και να έκαναν οικογένεια με διάσημες και πανέμορφες τραγουδίστριες. Στην εμπλοκή τους, όμως, στα διοικητικά του ποδοσφαίρου της αγοράς υπάρχουν σημαντικές διαφορές. 

Κατ’ αρχάς, μιλάμε για διαφορετικές εποχές. Ο Ντέμης σταμάτησε την ποδοσφαιρική του καριέρα για να ηγηθεί στην απόκτηση του ελέγχου της ΠΑΕ ΑΕΚ. Ο Ντέιβιντ Μπέκαμ και ο Γκάρι Νέβιλ ανέλαβαν τη Σάλφορντ Σίτι FC αρκετά χρόνια μετά την αποχώρησή τους από την ενεργό δράση και χωρίς προηγούμενη σύνδεση ως ποδοσφαιριστές με την ομάδα. Ο Ντέμης προβλήθηκε ως μπροστάρης ενός συνεταιρισμού μεγαλομετόχων, ενώ οι δύο πρώην ποδοσφαιριστές της Μάντσεστερ κάνουν την κίνησή τους με ίδια κεφάλαια. 

Η πρόσφατη επένδυση των Ντέιβιντ Μπέκαμ και Γκάρι Νέβιλ στη Σάλφορντ Σίτι FC, με μια φιλόδοξη αναδιάρθρωση 16 εκατομμυρίων λιρών, δεν είναι απλώς μια οικονομική κίνηση. Είναι ένα ακόμα επεισόδιο στο διαρκώς εξελισσόμενο αφήγημα της εμπορευματοποίησης του ποδοσφαίρου. Παρουσιάζεται ως “υβρίδιο”: ένας οικονομικά βιώσιμος σύλλογος που διατηρεί την “ψυχή” του. Όμως, όταν η “ψυχή” γίνεται εργαλείο μάρκετινγκ, τίθεται το ερώτημα: πόση αυθεντικότητα έχει απομείνει; 

Το νέο κύμα ιδιοκτησίας, με παραδείγματα όπως η Ρέξαμ υπό τους Ράιαν Ρέινολντς και Ρομπ ΜακΈλχενεϊ ή η Μπέρμιγχαμ Σίτι με την εμπλοκή του Τομ Μπρέιντι, μας δείχνει ξεκάθαρα τη μετατροπή των ποδοσφαιρικών συλλόγων σε πλατφόρμες θεάματος και branding. Οι διασημότητες φέρνουν κεφάλαια, προβολή και διαφημιστική δυναμική. Όμως, το ερώτημα παραμένει: το ποδόσφαιρο εξυπηρετεί ακόμα τις κοινότητες ή πια εξυπηρετεί κυρίως τα επιχειρηματικά πλάνα των νέων του αφεντικών; 

Η υπόσχεση ενός συλλόγου με “ψυχή” και ταυτότητα μοιάζει συχνά με κούφιο σύνθημα. Όταν η διατήρηση της παράδοσης και των αξιών γίνεται στοιχείο εταιρικής στρατηγικής, δεν πρόκειται για σεβασμό στο παρελθόν, αλλά για επένδυση στο μέλλον των πωλήσεων. Τα γήπεδα γίνονται “χώροι εμπειρίας”, τα οπαδικά σύμβολα εμπορικά σήματα και οι κοινότητες μέλη σε ένα καταναλωτικό οικοσύστημα. 

Υπάρχουν, ωστόσο, και ιστορικά παραδείγματα που προσφέρουν έναν πιο σύνθετο καθρέφτη αυτής της μετάβασης. Επανέρχομαι στην περίπτωση του Ντέμη Νικολαΐδη, ο οποίος ανέλαβε την ΠΑΕ ΑΕΚ το 2004 σε μια εποχή κρίσης. Ο Νικολαΐδης, πρώην αρχηγός και αγαπημένος των φιλάθλων, προβλήθηκε την εποχή εκείνη όχι ως επενδυτής, αλλά ως «σωτήρας» με διάθεση να εξυγιάνει οικονομικά την ομάδα και να την επανασυνδέσει με τις αρχές της. 

Στην πραγματικότητα ήταν η φιλολαϊκή βιτρίνα μιας ομάδας επενδυτών. Ήταν ένα αγαπητό στο λαό της ΑΕΚ πρόσωπο που στην ουσία λειτουργούσε ως «μπροστάρης» μιας ομάδας μεγαλομετόχων. Παρόλο που τελικά παρουσιάστηκε ότι αποχώρησε απογοητευμένος από την έλλειψη στήριξης και τις παθογένειες του ελληνικού ποδοσφαίρου, η κίνησή του έγινε όταν οι χρηματοδότες του έκριναν ότι η επένδυσή τους δεν είχε τα προσδοκώμενα κέρδη και σιγά-σιγά έκλεισαν τη «στρόφιγγα». 

Όλοι τότε πιστέψαμε ότι υπάρχει —ή υπήρχε— μια άλλη προσέγγιση, πιο κοντά στον ρομαντισμό και την ευθύνη απέναντι στην κοινότητα. Δυστυχώς, διαψευστήκαμε πανηγυρικά. Δεν καταφέραμε να ξεπεράσουμε την κατάσταση της σιωπής που επέβαλαν τα τότε «τεχνεία» και να ωθήσουμε όλες τις γενιές των οπαδών να συναντηθούν μεταξύ τους, με μόνιμο μέσα τους το σύνδρομο του Θησέα: αυτό που πάντα θα ψιθυρίζει ότι για πάντα ο λαϊκός παράγοντας θα είναι αυτός που θα συναντά τον Μινώταυρο και θα βγάζει το φίδι από την τρύπα. 

Ένα άλλο παράδειγμα είναι αυτό της Γερμανίας, με το μοντέλο “50+1” που διασφαλίζει τον έλεγχο των συλλόγων από τους οπαδούς. Ωστόσο, ακόμη και αυτό δεν είναι πανάκεια. Η περίπτωση της Μπάγερν Μονάχου δείχνει ότι μια ομάδα μπορεί να κυριαρχεί σχεδόν απόλυτα επί δεκαετίες, δημιουργώντας ένα άτυπο μονοπώλιο χωρίς να παραβιάζεται το πνεύμα του κανόνα. 

Οι νόμοι της αγοράς εξακολουθούν να επιδρούν καταλυτικά, διατηρώντας παθογένειες όπως η συγκέντρωση πόρων, η εξάρτηση από μεγάλους χορηγούς και η απουσία ισότιμου ανταγωνισμού. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και στις υπάρχουσες κοινωνικοοικονομικές συνθήκες, υπάρχουν μοντέλα λειτουργίας όπως αυτό της Σουηδίας, όπου οι ομάδες λειτουργούν με συλλογική δομή και αποδεικνύουν ότι υπάρχουν περιθώρια για ένα καλά οργανωμένο και στοχοπροσηλωμένο οπαδικό κίνημα να διεκδικήσει ένα ποδόσφαιρο βιώσιμο, χωρίς να γίνει πλήρως εμπορευματοποιημένο. Αρκεί να υπάρχει πολιτική βούληση για κρατική χρηματοδότηση και ουσιαστική συμμετοχή της βάσης. 

Και μη μου παπαγαλίσετε τώρα ότι «λεφτά δεν υπάρχουν». Γιατί λεφτά υπάρχουν! Είναι στο ταμείο που ξεκοκαλίζουν οι καπιταλιστές. Αυτοί που, όταν έρθει η κατάλληλη για τα συμφέροντά τους ώρα, εμφανίζονται ως «σωτήρες». 

Όλα αυτά βέβαια χωρίς την παραμικρή αυταπάτη ότι μπορεί να αποτελέσουν οριστική λύση. Αργά ή γρήγορα θα καταλάβει και ο τελευταίος οπαδός ότι η λύση δεν είναι απλά να αλλάξει ο τρόπος διεξαγωγής του πρωταθλήματος των μεγάλων χορηγών και των σωτήριων αφεντικών, αλλά να φύγουν απ’ τη μέση τα αφεντικά. Το δίκιο, τελικά, ορίζεται απ’ την ανάγκη — κι όσο πιο μεγάλη η συνείδηση της ανάγκης, τόσο πιο ισχυρό το δίκιο. Ο νόμος του ποδοσφαίρου των αφεντικών είναι ενάντια στον νόμο που επιβάλλει το δίκιο των οπαδών. 

Η διατήρηση της παράδοσης και των αξιών των συλλόγων, ο σεβασμός στο παρελθόν αλλά και η επένδυση στο μέλλον, τα οπαδικά σύμβολα και η κουλτούρα της κοινότητας, έρχονται σε αντίθεση με την επιχειρηματική δράση. Τη λύση στην αντίθεση τη δίνει πάντα ο αγώνας. Εκεί καθορίζεται το δίκιο ως νόμος. Όταν δε σου δίνουν το δίκιο σου, πρέπει να το πάρεις. 

Για την ώρα, στα λεγόμενα προηγμένα πρωταθλήματα, η οικονομική ισχύς συγκεντρώνεται ολοένα και περισσότερο στα χέρια λίγων: πρώην ποδοσφαιριστών ή μεγιστάνων επενδυτών. Ο χώρος για τις μικρές, ανεξάρτητες φωνές στενεύει. Το ποδόσφαιρο, που κάποτε ανήκε στις φωνές των κερκίδων, μοιάζει ολοένα και περισσότερο με θεατρική παράσταση όπου το κοινό απλώς αγοράζει εισιτήρια. 

Πιο πολύ να φοβάσαι, αγαπημένε μου οπαδέ, αυτούς που δήθεν κλαίνε, αλλά κάνουν καθαρό πως η αγωνία τους είναι η σωτηρία του συστήματος και η προστασία της όποιας οικονομικής εξουσίας. Μιλάνε για τα προβλήματα της ομάδας και κάνουν γαργάρα τον θύτη που τα προκάλεσε: το αφεντικό, τον ιδιοκτήτη της ΠΑΕ. 

Στη θέση του βάζουν ένα σκιάχτρο: πότε το βαφτίζουν «Ματίας», πότε «Πέτρο» και πότε «Γιόχαν» ή «Φρανς». Όταν τα προβλήματα είναι οικονομικής φύσης, τότε το σκιάχτρο γίνεται το κράτος – ένα δήθεν αταξικό κράτος που είναι απλά ανεπαρκές και ράθυμο να ελέγξει αυτούς που χρεώνουν τις ομάδες. Άντε τώρα να παλέψεις, οπαδέ μου, με ένα τέτοιο σκιάχτρο. 

Η κατάληξη είναι να κυνηγάς πιτσιρικάδες που προσπαθούν να μπουν στο γήπεδο χωρίς εισιτήριο και να κατηγορείς όσους δεν πάνε στο μπάσκετ να δουν αν τελικά θα καταφέρουμε να πάρουμε την τρίτη θέση. Γιατί απλά οι νόμοι της αγοράς σου απαγορεύουν κάθε σκέψη για κάτι παραπάνω. 

Αυτοί, οι δήθεν «ΜΟΝΟ ΑΕΚ», είναι που μαζεύουν συμμάχους για την εκάστοτε διοίκηση. Με τον φερετζέ του «ΜΟΝΟ ΑΕΚ» που δεν ανέχεται την κοινωνική – πολιτική τοποθέτηση. Ενώ καταπίνει την αθλιότητα ενός συστήματος που καταδικάζει την ΑΕΚ σε ρόλο κομπάρσου. 

Το στοίχημα, επομένως, δεν είναι αν αυτές οι κινήσεις είναι επιτυχημένες οικονομικά. Είναι αν μπορούν να διατηρήσουν την πολιτισμική και κοινωνική σημασία του ποδοσφαίρου. Αν το παιχνίδι παραμείνει κάτι περισσότερο από επιχείρηση. Αν τελικά, πίσω από τις κάμερες και τα business plans, θα μείνει κάτι από το πάθος, την ένταση και τη συλλογική μνήμη που το ποδόσφαιρο εκπροσωπούσε. 

Το άθλιο αφήγημα «να στηρίξουμε αυτούς που έχουμε γιατί αν δεν είχαμε και αυτούς τι θα κάναμε» ή «αν φύγει κι αυτός με τα στραβά του και τα κακά του, έρχονται άγριες μέρες για την ομάδα μας» δεν είναι απλά άθλιο. Είναι ύπουλα ραγιάδικο. 

Ας ηττηθούν αυτοί, το σύστημά τους, το ποδόσφαιρό τους, το μπάσκετ τους και η κοινωνία που έχουν φτιάξει — κι ας είναι όσο άγριες θέλουν οι μέρες και οι νύχτες. 

Γιατί με αυτούς, το «ποδόσφαιρο» ίσως γίνει πιο πλούσιο. Αλλά το ποδόσφαιρο θα γίνει σίγουρα πιο φτωχό. 

Continue Reading
Advertisement