ΜΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ
Αφιέρωμα ψυχής… της Σεμίνας Διγενή στον Μίμη Παπαϊωάννου
Ένα συναισθηματικό, μοναδικό σε τρόπο γραφής και απόδοσης καρδιάς… αφιέρωμα της Σεμίνας Διγενή στον Μίμη Παπαϊωάννου.

Το αφιέρωμα δημοσιεύθηκε στον Ριζοσπάστη. Το αναδημοσιεύουμε αυτούσιο…
Μίμης Παπαϊωάννου – Ο κορυφαίος Έλληνας ποδοσφαιριστής του 20ού αιώνα, που έκανε ν’ “Αναστενάζουν τα γκολπόστ”.
Κάποιοι ποδοσφαιριστές κερδίζουν τίτλους. Κάποιοι κατακτούν ρεκόρ. Ελάχιστοι όμως, γίνονται σύμβολα μιας ολόκληρης εποχής, περνώντας στη συλλογική μνήμη.
Ο Μίμης Παπαϊωάννου ανήκει σε αυτή τη σπάνια κατηγορία. Δεν ήταν μόνο ο μεγάλος σκόρερ της ΑΕΚ, ούτε απλώς ένας κορυφαίος διεθνής της Εθνικής Ελλάδας.
Ήταν ο ποδοσφαιριστής που έκανε το παιχνίδι να μοιάζει με τέχνη και το γήπεδο με σκηνή.
Ένας παίκτης που ξεπέρασε τα όρια της ομάδας του και έγινε σημείο αναφοράς για το ίδιο το άθλημα.
Για δύο δεκαετίες το όνομά του ήταν σχεδόν συνώνυμο της ΑΕΚ, ένας αληθινός θρύλος των ελληνικών γηπέδων.
Από το προσφυγικό χωριό της Νέας Νικομήδειας Ημαθίας μέχρι τα κατάμεστα στάδια της Αθήνας, ο Παπαϊωάννου διέγραψε μια πορεία που έμοιαζε με ποδοσφαιρικό μυθιστόρημα. Δεκαεπτά χρόνια με τη φανέλα της ΑΕΚ, εκατοντάδες γκολ, τίτλοι, ιστορικές στιγμές, αλλά και μια παρουσία που ξεπερνούσε τα στενά όρια του γηπέδου. Ήταν ο αρχηγός, ο καλλιτέχνης της μπάλας, ο παίκτης που μπορούσε να αλλάξει έναν αγώνα με μια κίνηση.
Δεν είναι τυχαίο, ότι το 2000 η Διεθνής Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής του Ποδοσφαίρου τον ανέδειξε κορυφαίο Έλληνα ποδοσφαιριστή του 20ού αιώνα. Για όσους όμως τον είδαν από κοντά στο γήπεδο τον να παίζει, οι τίτλοι και τα βραβεία έρχονται δεύτερα.
Ο θρυλικός άσσος της ΑΕΚ, εκτός από μεγάλος σκόρερ και σπουδαίος τεχνίτης της μπάλας, ήταν και μια προσωπικότητα που σφράγισε μια ολόκληρη εποχή του ελληνικού ποδοσφαίρου, μια μορφή που ένωνε το ταλέντο με τη λαϊκή αγάπη, ένας παίκτης που συνδέθηκε με την ιστορία, την κουλτούρα και το συναίσθημα μιας ομάδας, αλλά και ενός λαού.
Το όνομά του ταυτίστηκε με την ΑΕΚ όσο λίγων ποδοσφαιριστών με τις ομάδες τους. Για δεκαετίες, στις ποδοσφαιρικές συζητήσεις, όταν κάποιος έλεγε «Μίμης», δεν χρειαζόταν να πει τίποτε άλλο. Όλοι ήξεραν ποιον εννοούσε.
■Το προσφυγόπουλο που έγινε θρύλος.
Γεννήθηκε το 1942, μέσα στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής. Ήταν παιδί φτωχής προσφυγικής οικογένειας. Στα χωμάτινα γήπεδα της Μακεδονίας άρχισε να κυνηγά την μπάλα, τότε που το ποδόσφαιρο δεν ήταν επάγγελμα, αλλά πάθος και μεράκι.
Ο ίδιος θυμόταν:
«Παίζαμε με μια μπάλα που ήταν μισοσκισμένη. Την ράβαμε μόνοι μας και συνεχίζαμε. Δεν σκεφτόμασταν ούτε λεφτά ούτε δόξα. Θέλαμε μόνο να παίξουμε.»
Η μπάλα έγινε το διαβατήριο της ζωής του. Το ταλέντο του ξεχώρισε πολύ γρήγορα και δεν άργησε να τραβήξει το ενδιαφέρον μεγάλων συλλόγων. Ο ΠΑΟΚ τον πλησίασε πρώτος, όμως η μοίρα του είχε γράψει διαφορετική διαδρομή. Η ΑΕΚ τον απέκτησε το 1962 και εκεί άρχισε μια από τις πιο έντονες και μακρόχρονες σχέσεις παίκτη και ομάδας, στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου.

■17 χρόνια πίστης στην ΑΕΚ
Στην Ένωση αγωνίστηκε 17 συνεχόμενα χρόνια, από το 1962 έως το 1979. Σε μια εποχή όπου το ποδόσφαιρο άλλαζε μορφή και οι μετακινήσεις παικτών γίνονταν όλο και συχνότερες, ο Παπαϊωάννου έμεινε πιστός στην ομάδα του. Σημείωσε 234 γκολ με τη φανέλα της ΑΕΚ και έγινε ο κορυφαίος σκόρερ στην ιστορία της. Μαζί της κατέκτησε πέντε πρωταθλήματα και τρία κύπελλα Ελλάδας.
Το παιχνίδι του ήταν μοναδικό. Είχε τεχνική, φαντασία, απίστευτο ένστικτο στο γκολ και έναν τρόπο να «βλέπει» το γήπεδο, που ελάχιστοι διέθεταν. Μπορούσε να σκοράρει με κάθε τρόπο, με κεφαλιά, σουτ, φάουλ, τακουνάκι.
Ένας παλιός συμπαίκτης του είχε πει κάποτε: «Ο Μίμης δεν έπαιζε απλώς ποδόσφαιρο. Ζωγράφιζε στο χορτάρι».
Ο ίδιος, πάντως, παρέμενε σεμνός και προσγειωμένος.
«Το ποδόσφαιρο είναι απλό. Αν αγαπάς την μπάλα, σε αγαπά κι εκείνη.»
■Τραγούδησε τον ύμνο της ΑΕΚ
Ο Παπαϊωάννου δεν είχε μόνο ποδοσφαιρικό ταλέντο. Διέθετε και εξαιρετική φωνή. Γι’ αυτό και συνέβη κάτι μοναδικό στην ιστορία των ελληνικών συλλόγων, ο ίδιος τραγούδησε τον ύμνο της ομάδας του.
Ο ύμνος της ΑΕΚ που ακούγεται μέχρι σήμερα στα γήπεδα, ηχογραφήθηκε με τη δική του φωνή και οι φίλαθλοι τραγουδούσαν μαζί του: “Εμπρός της ΑΕΚ παλικάρια, σουτάρετε και σπάστε τα δοκάρια..”

Ένα παράξενο, αλλά βαθιά συμβολικό γεγονός. Γιατί ο Παπαϊωάννου δεν ήταν απλώς παίκτης της ΑΕΚ. Ήταν κομμάτι της ταυτότητάς της.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 το ταλέντο του ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα.
Η Ρεάλ Μαδρίτης κατέθεσε πρόταση για τη μεταγραφή του. Για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής, το ποσόν ήταν τεράστιο και προκάλεσε αίσθηση. Η μεταγραφή όμως δεν
πραγματοποιήθηκε. Η διοίκηση της ΑΕΚ αρνήθηκε να τον παραχωρήσει. Αυτό δημιούργησε ένταση στις σχέσεις τους. Ο ίδιος είχε μιλήσει με ειλικρίνεια γι’ αυτή την ιστορία:
«Κάθε ποδοσφαιριστής θα ήθελε να παίξει στη Ρεάλ. Αλλά τελικά σκέφτηκα πως η ΑΕΚ ήταν η οικογένειά μου.»
■Η απρόσμενη περιοδεία με τον Καζαντζίδη και η ζωή στη Ν.Υ.
Για δύο μήνες άφησε τα γήπεδα και ταξίδευε μαζί τους… τραγουδώντας.
Σε μια παλιά συνέντευξή του είχε πει γελώντας: «Τραγουδούσε ο Καζαντζίδης, τραγουδούσα κι εγώ. Οι Έλληνες της Γερμανίας με ρωτούσαν όμως, πότε θα ξαναπαίξω ποδόσφαιρο. Εγώ τότε νόμιζα ότι το τραγούδι θα με κάνει να ξεχάσω την πίκρα της αποχωρήσεώς μου απ’ τα γήπεδα.»
Λίγοι γνωρίζουν μια ιδιαίτερη ιστορία εκείνης της περιόδου. Απογοητευμένος από την υπόθεση της μεταγραφής, ο Παπαϊωάννου αποφάσισε να απομακρυνθεί για λίγο από το ποδόσφαιρο. Ακολούθησε τον φίλο του Στέλιο Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα, σε περιοδεία στη Δυτική Γερμανία.
“Χρόνια μετά, -διηγείται ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Νικόλας Αγγελίδης, φίλος του Παπαϊωάννου- κρέμασε τη φανέλα της ΑΕΚ και ξενιτεύτηκε…

Δέχθηκε μια εξαιρετικά δελεαστική πρόταση από τον Παγκύπριο της Νέας Υόρκης και πέρασε έτσι στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Πριν όμως, είχε κάνει κι ένα πέρασμα από την Αυστραλία για τον Πανελλήνιο Μελβούρνης. Στην ΝΥ πήγε για να παίξει μερικά παιχνίδια και έμεινε πολλά χρόνια. Πάντα λιτός, προσηνής και ταπεινός, βρέθηκε κοντά στους ομογενείς, που αναστατώνονταν όταν τον έβλεπαν ανάμεσα τους στην Αστόρια, στα ελληνικά στέκια. «Ρε συ ο Μίμης» έλεγαν ο ένας στον άλλον και εκείνος τους πλησίαζε, λέγοντας κι αυτός… «Ρε συ ναι, ο Μίμης”!
Έκανε παρέα με φίλους όλων των ομάδων, ο αγαπημένος του φίλος όμως, με τον οποίο κουμπάριασε κιόλας, ήταν ένας Κεφαλλονίτης φανατικός Παναθηναϊκάκιας, ο Ντένης Λυμπεράτος. Ο Μίμης είχε πάντα έτοιμη την απάντηση, στα διάφορα οπαδικά πειράγματα. Με μια ατάκα έκλεινε την όποια «εχθρότητα». Έλεγε ότι δεν αξίζει τον κόπο να τσακώνονται για τις ομάδες και καθοδηγούσε τους πάντες να επιλύσουν «διαφορές» μόνο με χαμόγελα…
Πήγαινε συχνά στον Σύνδεσμο Οπαδών ΑΕΚ Νέας Υόρκης. Τα παιδιά εκεί τον είχαν Θεό και εκείνος τους απαντούσε «Καλά πως κάνετε έτσι;» Σε έναν αγώνα με τον Ολυμπιακό που άκουγε μαζί με τα παιδιά της ΑΕΚ στο ραδιόφωνο, κι ενώ έβλεπε όλη την ένταση ζωγραφισμένη στα πρόσωπα των φίλων της ΑΕΚ, είχε πει αφοπλιστικά «Κοιτάξτε… και να χάσουμε θα αλλάξει κάτι; Πάλι ΑΕΚ θα είμαστε. Χάνει κερδίζει, εμείς ΑΕΚ είμαστε. Τα αποτελέσματα φτιάχνουν απλά τη διάθεση, η ουσία είναι στο συναίσθημα… Εσάς δεν σας βλέπω να αλλάζετε συναίσθημα για την ΑΕΚ, με τίποτα» Και είχε συμπληρώσει γελώντας: «Τέτοιους τρελούς με την ΑΕΚ δεν έχω ξαναδεί… Αλλά και εγώ μαζί σας είμαι!»
■Ο άνθρωπος πίσω από τον μύθο
Όταν επέστρεψε, ένιωσε πιο δυνατός.
Έγινε αρχηγός της Εθνικής Ελλάδας
Με την Εθνική αγωνίστηκε από το 1963 έως το 1978. Κατέγραψε 61 συμμετοχές και πέτυχε 21 γκολ , αριθμοί που τότε αποτελούσαν ρεκόρ.

Για πολλά χρόνια ήταν ο κορυφαίος σκόρερ της Εθνικής ομάδας.
Η φανέλα με το εθνόσημο είχε ιδιαίτερη σημασία για εκείνον.
«Όταν ακούς τον εθνικό ύμνο πριν τον αγώνα, νιώθεις ότι παίζεις για όλη τη χώρα.»
Η αξία του αναγνωρίστηκε και επίσημα.
Το 2000 η Διεθνής Ομοσπονδία Ιστορίας και Στατιστικής Ποδοσφαίρου (IFFHS) τον ανέδειξε κορυφαίο Έλληνα ποδοσφαιριστή του 20ού αιώνα και τον συμπεριέλαβε στην καλύτερη ελληνική ενδεκάδα όλων των εποχών.
Τρία χρόνια αργότερα, το 2003, η ΕΠΟ τον κατέταξε τρίτο καλύτερο Έλληνα ποδοσφαιριστή στον εορτασμό των 50 χρόνων της UEFA.
Και η ΑΕΚ φρόντισε να τιμήσει τον άνθρωπο που την σημάδεψε. Στο νέο της γήπεδο, η μορφή του δεσπόζει σε έναν από τους τέσσερις κεντρικούς πυλώνες. Είναι σαν να στέκεται πάντα εκεί και να κοιτά το γήπεδο.
Παρά τη δόξα και την αναγνώριση, ο Παπαϊωάννου παρέμεινε ένας απλός άνθρωπος. Δεν του άρεσαν οι υπερβολές. Δεν τον ενδιέφεραν οι τίτλοι. Σε μια συνέντευξη είχε πει κάτι που έμεινε χαρακτηριστικό:
«Η μεγαλύτερη χαρά για έναν ποδοσφαιριστή, είναι όταν τον θυμούνται οι φίλαθλοι μετά από χρόνια.»
Αγαπούσε την παρέα, τη μουσική και τις ιστορίες από τα παλιά γήπεδα. Όσοι είχαμε την τύχη να τον συναντήσουμε, γνωρίσαμε έναν άνθρωπο ευγενικό, με χιούμορ και βαθιά αγάπη για τους ανθρώπους και το ποδόσφαιρο.
Έπαιξε μπάλα, αντιμετωπίζοντάς την σαν ένα αθλητικό και μάλιστα συλλογικό παιχνίδι. Πίστεψε πως ο αθλητισμός είναι στοιχείο διαπαιδαγώγησης και κοινωνικοποίησης, ιδιαίτερα της νεολαίας. Σήμερα που κυριαρχεί παντού το κυνήγι του κέρδους, που το ποδόσφαιρο έχει γίνει μια τεραστίων διαστάσεων επιχείρηση, με το αγωνιστικό μέρος να συνοδεύεται από τα συμφέροντα των επιχειρήσεων και τις διαφημιστικές καμπάνιες προβολής διαφόρων εμπορευμάτων και να προβάλλονται ως αξίες τα «τρελά λεφτά» των αθλητών, το παράδειγμα και η στάση του Παπαϊωάννου, είναι πιο πολύτιμα από ποτέ.
■”Αναστενάζουν τα γκολπόστ..”
Όταν έφυγε από τη ζωή, 15 Μάρτη του 2023, το ελληνικό ποδόσφαιρο αποχαιρέτησε έναν από τους τελευταίους μεγάλους μύθους του.
Το ΚΚΕ τιμώντας τη μνήμη του, τόνισε -μεταξύ άλλων- σε ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της Κεντρικής Επιτροπής:
«Με μεγάλη θλίψη αποχαιρετάμε τον Μίμη Παπαϊωάννου, το προσφυγόπουλο από τη Νέα Νικομήδεια Ημαθίας που κατέκτησε τα ελληνικά γήπεδα με την αγαπημένη του ομάδα την ΑΕΚ…»
Ήταν ένας αποχαιρετισμός που εξέφραζε το συναίσθημα πολλών.
Σήμερα, για τους νεότερους είναι μια ιστορία που άκουσαν από τους παλιούς. Για τους μεγαλύτερους, μια ζωντανή ανάμνηση.
Ήταν σπουδαίες οι στιγμές που χάρισε ο Μίμης Παπαϊωάννου στο ελληνικό ποδόσφαιρο:
●Γκολ που έκριναν πρωταθλήματα. ●Ντρίμπλες που ξεσήκωναν τα γήπεδα. ●Φάσεις που έκαναν τους φιλάθλους να σηκώνονται όρθιοι.
Ίσως τελικά αυτό να είναι ο ορισμός του θρύλου, αυτός που μπορεί να μετατρέπει το παιχνίδι σε μνήμη. Και ο Παπαϊωάννου ήταν ακριβώς αυτό. Ο αδιαμφισβήτητος πρίγκιπας της μπάλας.
Σήμερα, κάθε φορά που κάποιος ξεφυλλίζει την ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου, θα βρίσκει το όνομά του ολοφώτεινο στις πρώτες σελίδες.
Ο Παπαιωάννου δεν ανήκει στο παρελθόν, συνεχίζει να παίζει στη μνήμη των ανθρώπων. Κι εκεί, πάλι ακούγεται δυνατά: “Αναστενάζουν τα γκολπόστ και τα δοκάρια σπάζουν… “

