ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΑΙ ΕΔΩ e-mail: aeklivegr@gmail.com

EDITORIALS

Κρατικοδίαιτο Real Estate αθλητικών χώρων 

Avatar photo

Published

on

Θα είναι χρήσιμο να προσεγγίσουμε την νέα τάση στον κόσμο του «αθλητισμού» των μεγάλων αφεντικών, μέσα από την παραχώρηση δύο εμβληματικών αθλητικών εγκαταστάσεων… του ΟΑΚΑ στην ΚΑΕ Παναθηναϊκός και του ΣΕΦ στην ΚΑΕ Ολυμπιακός. Θα θέσουμε κάποια εύλογα ερωτήματα για τη σκοπιμότητα, τη διαφάνεια και τις κοινωνικές προεκτάσεις αυτών των αποφάσεων. Φυσικά η τάση εμπορευματοποίησης του αθλητισμού στην Ελλάδα δεν είναι φαινόμενο καινούργιο. Όμως τα τελευταία χρόνια με το μοντέλο της παραχώρησης εγκαταστάσεων που κατασκευάστηκαν με δημόσιο χρήμα, σε ιδιωτικά συμφέροντα, η ιδιοκτησία «αθλητικών» χώρων περνά σε νέα, επιχειρηματική φάση. 

Το ΟΑΚΑ – Ολυμπιακό Αθλητικό Κέντρο Αθηνών – αποτελεί εμβληματική υποδομή, χτισμένη με δημόσιο χρήμα, και έχει συνδεθεί με ιστορικές στιγμές του ελληνικού αθλητισμού, ιδιαίτερα με τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004. Παρ’ όλα αυτά, το 2023, το ελληνικό κράτος υπέγραψε συμφωνία παραχώρησης του κλειστού γηπέδου μπάσκετ στην ΚΑΕ Παναθηναϊκός και τον Δημήτρη Γιαννακόπουλο για χρονικό διάστημα 49 ετών.  

Η σύμβαση παραχώρησης στην ΚΑΕ Παναθηναϊκός προβλέπει, μεταξύ άλλων, διακανονισμό οφειλών ύψους 326.451€ από την ΚΑΕ Παναθηναϊκός προς το ΟΑΚΑ. Εδώ αξίζει να σταθούμε λίγο. Η διοίκηση της ΚΑΕ Παναθηναϊκός, που έχει ως ιδιοκτήτη έναν από τους ισχυρότερους οικονομικούς παράγοντες της χώρας, είχε μέχρι σήμερα αφήσει απλήρωτο το ποσό των 326 χιλιάδων ευρώ προς το Δημόσιο για τη χρήση ενός γηπέδου από την εταιρεία μπασκετικού θεάματος που ελέγχει. Κατά τη διαδικασία της μακροχρόνιας παραχώρησης του γηπέδου για 49 χρόνια από το Ελληνικό Κράτος στην ΚΑΕ, δεν καταβλήθηκε ούτε καν αυτό το ποσό των 326 χιλιάδων ευρώ που οφειλόταν, αλλά έγινε διακανονισμός. 

Η συμφωνία φυσικά, δεν αφορά απλώς τη χρήση του γηπέδου για μπασκετικούς σκοπούς. Αντίθετα, δίνει πλήρη δικαιώματα εμπορικής αξιοποίησης: εστιατόρια, καταστήματα, συναυλίες, VIP υπηρεσίες και άλλες χρήσεις. Με άλλα λόγια, ο ιστορικός δημόσιος χώρος αθλητισμού, μετατρέπεται σε εμπορικό πολυχώρο υπό ιδιωτικό έλεγχο. 

Ας δούμε όμως κάποια ζητήματα λίγο πιο αναλυτικά: 

Πρώτον, παρατηρείται η πλήρης απουσία ουσιαστικής δημόσιας διαβούλευσης κάτι που αποκαλύπτει το αυταρχικό και πελατειακό πλαίσιο που λειτουργούν σήμερα τα πράγματα. Δεν είναι απλά θέμα τεχνικών λεπτομερειών ή γραφειοκρατικών διαδικασιών. Είναι στρατηγική επιλογή του κράτους και των κυβερνήσεων να αποφασίζουν από τα πάνω, σε συνεργασία με επιχειρηματικά συμφέροντα, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις πραγματικές ανάγκες του λαού και της κοινωνίας των ερασιτεχνικών αθλητικών σωματίων. 

Ο χώρος του ΟΑΚΑ είναι δημόσια περιουσία, δημιούργημα των αγώνων και της συλλογικής προσπάθειας των εργαζομένων και της νεολαίας της χώρας. Η παραχώρηση του σε μία συγκεκριμένη ΚΑΕ με όρους που δεν γνωρίζουμε με διαφάνεια, και χωρίς να υπάρχει πραγματικός κοινωνικός έλεγχος, σημαίνει ξεκάθαρα ότι η Πολιτεία εγκαταλείπει κάθε ευθύνη και έλεγχο. Απομακρύνεται οριστικά από τον δημόσιο χαρακτήρα του χώρου. Αυτός άλλωστε είναι και ο σκοπός τους. 

Δεύτερον, το ζήτημα των όρων ανταποδοτικότητας προς το Δημόσιο είναι απόλυτα κρίσιμο και πρέπει να φωτιστεί δημόσια. Πόσο πληρώνει η ΚΑΕ για τη χρήση αυτού του χώρου; Ποιες είναι οι υποχρεώσεις της απέναντι στο δημόσιο και τους πολίτες; Υπάρχει ρήτρα επανεξέτασης ή δυνατότητα ανάκλησης της παραχώρησης αν δεν τηρούνται όροι; Από όσα έχουν διαρρεύσει και γνωρίζουμε, τα πράγματα είναι θολά, γεγονός που αφήνει μεγάλα περιθώρια για πελατειακές και διαπλεκόμενες σχέσεις, που οδηγούν στην ιδιωτικοποίηση του χώρου σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. 

Τρίτον, η πολιτική αυτή οδηγεί σε έναν αποκλεισμό της κοινωνίας από έναν χώρο που μέχρι πρότινος είχε χαρακτηριστικά κοινωνικής υποδομής. Το κλειστό του ΟΑΚΑ δεν είναι απλά ένα «γήπεδο». Είναι ένας χώρος όπου πλήθος κόσμου, ειδικά νεολαία και εργαζόμενοι, έβρισκαν πρόσβαση στον αθλητισμό, την άθληση, την ψυχαγωγία. Με την παραχώρηση αυτή, ο χώρος μετατρέπεται σε πεδίο λειτουργίας των συμφερόντων μιας ελίτ, που εξυπηρετούνται από το κράτος και τις επιχειρήσεις. 

Η πρόσβαση πλέον είναι εξατομικευμένη και περιορισμένη, όχι καθολική και ελεύθερη. Το αποτέλεσμα είναι η αποδυνάμωση της κοινωνικής λειτουργίας του αθλητισμού, που θα έπρεπε να είναι δικαίωμα όλων και όχι προνόμιο λίγων και η μετατροπή του από δραστηριότητα σε θέαμα αποκλειστικά για πελάτες που μπορούν να ανταπεξέλθουν οικονομικά στο αντίτιμο. 

Ακολουθώντας την ίδια λογική, το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (ΣΕΦ) παραχωρείται στην ΚΑΕ Ολυμπιακός για 49 έτη. Το κράτος προβλέπει μόλις 4 εκατομμύρια ευρώ σε υποχρεωτικές επενδύσεις και συμμετοχή 30% επί των κερδών από τη διαχείριση του σταδίου. Παρότι τα ποσά φαίνονται σεβαστά, στην πράξη δεν ανταποκρίνονται ούτε στην πραγματική αξία του ακινήτου, ούτε στον ιστορικό, συμβολικό και αθλητικό του ρόλο. 

Και εδώ, η παραχώρηση υπερβαίνει τα όρια του αθλητισμού. Το παραλιακό μέτωπο του ΣΕΦ, οι εμπορικοί του χώροι και η δυνατότητα εκμετάλλευσης καθιστούν τη συμφωνία ένα επιχειρηματικό ακίνητο «φιλέτο». 

Ας δούμε όμως και σε αυτή την περίπτωση τα επίμαχα σημεία πιο αναλυτικά: 

Πρώτον, έχουμε ξεκάθαρη υποτίμηση ενός δημόσιου πόρου τεράστιας αξίας, όχι μόνο οικονομικής, αλλά και κοινωνικής και πολιτιστικής. Το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας δεν είναι απλώς ένας αθλητικός χώρος. Είναι ένας ζωντανός θεσμός, συνδεδεμένος με τον αγώνα για την ειρήνη, τη φιλία των λαών, με την ιστορία του εργατικού και λαϊκού κινήματος στην Ελλάδα και την περιοχή. Με αυτήν την παραχώρηση, όμως, η πολιτεία αντιμετωπίζει το ΣΕΦ ως ένα ακόμη εμπόρευμα, αποτιμώντας το υποτιμητικά, με όρους στενού οικονομικού συμφέροντος και κερδοφορίας, και όχι με όρους κοινωνικής ωφέλειας. 

Δεύτερον, η παραχώρηση (παρόμοια με αυτή του ΟΑΚΑ) αφορά μια περίοδο σχεδόν μισού αιώνα, μια δεσμευτική και μακροχρόνια σύμβαση που καθιστά τον δημόσιο χώρο ουσιαστικά ιδιωτικό για δεκαετίες, με ανταλλάγματα που παραμένουν αμφίβολα, θολά και ανεπαρκή. Δεν υπάρχουν διαφανείς όροι, ούτε εγγυήσεις ότι το Δημόσιο και η κοινωνία θα ωφεληθούν ουσιαστικά από αυτήν την παραχώρηση. Αντίθετα, αφήνεται ένα μεγάλο πεδίο για αδιαφάνεια, διαπλοκή και μονομερή εξυπηρέτηση των συμφερόντων της ιδιωτικής ΚΑΕ, σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. 

Τρίτον, δεν προβλέπεται κανένα συνοδευτικό πλάνο για την προστασία, την ανάπτυξη και τη διεύρυνση του λαϊκού αθλητισμού και της μαζικής χρήσης του ΣΕΦ. Η απουσία μέτρων για να διασφαλιστεί ότι οι εργαζόμενοι, η νεολαία και ο λαός θα συνεχίσουν να έχουν πρόσβαση στον χώρο, δωρεάν ή με προσιτό κόστος, δείχνει καθαρά ότι η πολιτική που εφαρμόζεται είναι αντίθετη στην ενίσχυση της κοινωνικής και αθλητικής συνοχής. 

Τέλος, ο συμβολισμός της απώλειας αυτού του χώρου είναι πολύ βαρύς και ανησυχητικός. Το «Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας», που στο όνομά του φέρει αξίες που η σημερινή πολιτική ακυρώνει στην πράξη, γίνεται θυσία στον βωμό του κέρδους και των επιχειρηματικών συμφερόντων. Η παραχώρηση αυτή δεν είναι απλά μια διαχειριστική απόφαση, αλλά μια πολιτική επιλογή που χτυπά τις αξίες και τα δικαιώματα του λαού. 

Οι δύο υποθέσεις δεν είναι μεμονωμένες. Αντίθετα, αποτελούν μέρος μιας συγκροτημένης στρατηγικής μετατροπής των αθλητικών συλλόγων και των εγκαταστάσεων τους σε επενδυτικά εργαλεία αλλά και εργαλεία κοινωνικής χειραγώγησης. 

Τι μας έχει διδάξει το σχολείο της ΑΕΚτζήδικης κοινωνίας; 

Φυσικά η ιστορία του real estate αθλητικών εγκαταστάσεων ξεκινάει από παλιά και εμείς οι οπαδοί της ΑΕΚ είναι κάτι που έχουμε βιώσει σε διάφορες εκδοχές και φάσεις. 

Μια τέτοια εκδοχή είναι η περίοδος της διοίκησης του Γιάννη Γρανίτσα στην ΑΕΚ, ιδιαίτερα στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και τις αρχές του 2000, που συνδέεται στενά με τις προσπάθειες για την ανακατασκευή του γηπέδου της ομάδας στη Νέα Φιλαδέλφεια. Ο Γρανίτσας, άνθρωπος του επιχειρηματία Δημήτρη Φιλίππου, ανέλαβε ρόλο στην ΠΑΕ ΑΕΚ με στόχο την υλοποίηση αυτού του έργου. 

Κατά την περίοδο αυτή, υπήρξε έντονη κινητικότητα για την κατασκευή νέου γηπέδου, με επίκεντρο τη Νέα Φιλαδέλφεια. Ο Γιάννης Γρανίτσας καταγράφηκε στην Ιστορία ως «Ιωάννης ο Γκρεμιστής» όταν το καλοκαίρι του 2003 αποφάσισε την κατεδάφιση του γηπέδου με το σκεπτικό της ανέγερσης νέου στην ίδια τοποθεσία. Το αποτέλεσμα ήταν να παραμείνει το οικόπεδο κενό για σχεδόν δύο δεκαετίες, με την ομάδα να περιπλανάται χωρίς «σπίτι». 

Παράλληλα, ο Δημήτρης Φιλίππου είχε αναλάβει την ΚΑΕ ΑΕΚ. Όσο η υπόθεση του γηπέδου ήταν «ζωντανή» έπεφταν σημαντικά ποσά με στόχο την ενίσχυση της ομάδας μπάσκετ. Ωστόσο, όταν έγινε σαφές ότι το σχέδιο για το γήπεδο δεν θα προχωρούσε, η υποστήριξη προς την ΚΑΕ μειώθηκε δραστικά. Η αποχώρηση του Φιλίππου από την ΚΑΕ ΑΕΚ άφησε την ομάδα σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, με συνέπειες που επηρέασαν την πορεία της τα επόμενα χρόνια. Οι θλιβεροί «παπαγάλοι» της εποχής διέδιδαν ότι τον Φιλίππου τον έδιωξε η ORIGINAL. Η αλήθεια όμως είναι ότι δεν τον έδιωξε κανένας. Ο ίδιος αποφάσισε να φύγει όταν κατάλαβε ότι η «επιχείρηση Γήπεδο» δεν προχωρούσε σύμφωνα με τα σχέδιά του. 

Μια δεύτερη εκδοχή όπου το real estate ζήτημα της κατασκευής νέου γηπέδου αποτέλεσε κεντρικό θέμα, με σημαντικές επιπτώσεις για το μέλλον του συλλόγου, ήταν την περίοδο της διοίκησης του Ντέμη Νικολαΐδη στην ΠΑΕ ΑΕΚ (2004–2008). 

Ο Ντέμης, σαν οπαδός της ΑΕΚ και ποδοσφαιριστής-σύμβολο για το σύλλογο στα χρόνια που αγωνιζόταν, θα περίμενε κανείς να έχει συναισθηματικό δεσμό με τη Νέα Φιλαδέλφεια. Όμως εδώ είχαμε να κάνουμε με τον κ. Νικολαΐδη ως εκπρόσωπο των επιχειρηματικών συμφερόντων που απλά τον χρησιμοποίησαν τότε για να έχουν το λαϊκό έρεισμα να κάνουν τη δουλειά τους. Εκείνα τα επιχειρηματικά συμφέροντα λοιπόν θεωρούσαν ανέφικτη την κατασκευή γηπέδου στην περιοχή που ήταν το παλιό, επικαλούμενα πολεοδομικά και οικονομικά εμπόδια. Σύμφωνα με τις μελέτες που είχαν στη διάθεσή τους, η ανέγερση εμπορικών χώρων, απαραίτητων για τη βιωσιμότητα του έργου που είχαν σχεδιάσει, ήταν απαγορευμένη. 

Ως εναλλακτική, η διοίκηση Νικολαΐδη πρότεινε την κατασκευή γηπέδου σε έκταση του ΟΔΔΥ στη Φυλή, κοντά στην Αττική Οδό. Η επιλογή αυτή βασίστηκε στην ύπαρξη επενδυτικού ενδιαφέροντος και στην υποστήριξη της κυβέρνησης. Η συνέχεια γνωστή, με αντιδράσεις και διχασμό στους κόλπους της ΑΕΚ και με μια ιστορική γενική συνέλευση της Ερασιτεχνικής το 2005, όπου 195 μέλη απέρριψαν το σχέδιο για γήπεδο στη Νέα Φιλαδέλφεια, όπως το είχε παρουσιάσει ο Δημήτρης Μελισσανίδης, και υποστήριξαν την πρόταση για τη Φυλή. 

Αφού εξετάσαμε τι γίνεται όταν τα επιχειρηματικά σχέδια δεν προχωράνε, ας δούμε τώρα, πάντα μέσα από την ΑΕΚ, τι συμβαίνει όταν τα επιχειρηματικά σχέδια ολοκληρώνονται. Η «Αγιά Σοφιά» που έγινε «OPAP Arena», ένα γήπεδο ιδιωτικών συμφερόντων, έγινε σε οικόπεδο που παραχωρήθηκε από την Ερασιτεχνική ΑΕΚ στην «Δικέφαλος Α.Ε.» χωρίς κανένα απολύτως ανταποδοτικό όφελος για τον ερασιτεχνικό σύλλογο. Πρόκειται για μια εξωφρενική παραχώρηση άνευ όρων που δεν προβλέπει ούτε ένα δωματιάκι στο νέο γήπεδο για να έχει το μητρικό σωματείο κάποια υποτυπώδη γραφεία. Στο σημείο αυτό και για να είμαι δίκαιος, θα πρέπει να πω πως είχε προβλεφθεί κάποιος χώρος στο νέο γήπεδο για τα γραφεία της Ερασιτεχνικής, αλλά άγνωστο γιατί η έδρα του μητρικού σωματείου δε μεταφέρθηκε ποτέ εκεί. 

Από την πρώτη μέρα λειτουργίας του νέου γηπέδου είδαμε μια τιμολογιακή πολιτική στα εισιτήρια διαρκείας που αποτέλεσε ξεκάθαρη ένδειξη ταξικού αποκλεισμού. Με τιμές που εκτινάχθηκαν σε επίπεδα απρόσιτα για μεγάλα κομμάτια των οπαδών της ΑΕΚ, δημιουργήθηκε ένα γήπεδο για «λίγους» που έχουν τη δυνατότητα, σε συνδυασμό με κάποιους που έχουν τη διάθεση να θυσιάσουν άλλα πράγματα για να βρίσκονται κοντά στην αγαπημένη τους ομάδα. Η σύνθεση της εξέδρας έχει αλλάξει σημαντικά και οι κουβέντες που γίνονται ανάμεσά μας αποκαλύπτουν ότι έχει αλλάξει προς το χειρότερο, προς το θεατράλε, προς το «σέλφι, κόκα-κόλα, πατατάκια» και την ατμόσφαιρα του γηπέδου – σινεμά – θέατρου. 

Στην περίοδο κατασκευής του νέου γηπέδου, μεταξύ πολλών άλλων αφηγημάτων της λογικής «δε μιλάμε, δεν έχουμε απαιτήσεις, δε γκρινιάζουμε, γιατί μας φτιάχνει γήπεδο»… καλλιεργήθηκε συστηματικά και ο μύθος ότι η έδρα της ΑΕΚ θα γίνει από μόνη της φόβητρο: πως οι αντίπαλοι «θα χάνουν από τη Δεκελείας». Ήταν ένα επικοινωνιακό κατασκεύασμα που επένδυε στο συναίσθημα, υπονοώντας πως το γήπεδο και μόνο θα προσέφερε αβαντάζ ανεξαρτήτως της αγωνιστικής πραγματικότητας. Όμως μπάλα παίζουν οι ποδοσφαιριστές – όχι τα τσιμέντα. Η υπερεκτίμηση της «μαγικής» επίδρασης ενός γηπέδου στα «Άγια χώματα» αποτέλεσε άλλοθι για την καλλιέργεια κλίματος «άκρα του τάφου σιωπή», που ήταν απαραίτητη για μια σειρά από «πραγματάκια» που έγιναν την περίοδο εκείνη, με χαρακτηριστικό το «Παραχωρητήριο» από την Ερασιτεχνική ΑΕΚ στην Δικέφαλος Α.Ε., που ψηφίστηκε από το εκλογικό σώμα του σωματείου χωρίς να το έχει δει κανένας. Να μη ξεχάσω το μεγάλο ανέκδοτο της εποχής. «Με την κατασκευή του νέου γηπέδου θα εκτοξευτούν και όλα τα τμήματα της Ερασιτεχνικής» Χωρίς σχόλιο. 

Και τώρα που άλλαξε η ιδιοκτησία της ΠΑΕ… είναι ζήτημα χρόνου το πότε θα ακούσουμε για ενοίκια, χρεώσεις και «κόστη χρήσης» για το γήπεδο. Άλλωστε έχουμε και άλλο ιστορικό παράδειγμα επιτυχημένου επιχειρηματικού σχεδίου κατασκευής γηπέδου: το AEL FC Arena του Κώστα Πηλαδάκη. Εκεί που το στολίδι της πόλης, το γήπεδο της Λάρισας που θα εκτόξευε την ομάδα κτλ., είναι πλέον μεγάλο πρόβλημα, αγκάθι και τροχοπέδη για την εξέλιξη της ομάδας. Και σε αυτή την περίπτωση έχουμε το φαινόμενο της έκτασης που παραχωρήθηκε δωρεάν από την Ερασιτεχνική ΑΕΛ χωρίς ανταλλάγματα ή μερίδιο στην ΠΑΕ. 

Όλο αυτό το ταξίδι ιστορικής μνήμης αναδεικνύει τους κινδύνους που ενέχει η εξάρτηση ενός αθλητικού συλλόγου από επιχειρηματικά συμφέροντα που συνδέονται με εξωαγωνιστικά σχέδια. Όταν οι επιχειρηματικοί στόχοι δεν ευοδώνονται, οι συνέπειες για τον σύλλογο μπορεί να είναι σοβαρές, οδηγούν μεγάλες και ιστορικές ομάδες ακόμα και στον υποβιβασμό, όπως συνέβη στην περίπτωση της ΑΕΚ. Αλλά και όταν τα σχέδια των επιχειρηματικών ομίλων ολοκληρώνονται, δε σημαίνει ότι αυτό θα είναι και προς το συμφέρον των συλλόγων και των οπαδων τους. 

Ας δούμε τώρα το ρόλο που μπορεί να παίξει το γηπεδικό real estate στις ενδοεπιχειρηματικές κόντρες και ανταγωνισμούς με αφορμή τις εξελίξεις στην υπόθεση της Νέας Τούμπας.  

Εκεί είδαμε στις 16 Ιουνίου 2025 να έρχεται στη δημοσιότητα η επίσημη συμφωνία Ερασιτέχνη – Μυστακίδη για χρηματοδότηση της Νέας Τούμπας, με τον Ιβάν Σαββίδη να δηλώνει έκπληκτος και να δηλώνει πως ο ίδιος θα προχωρήσει τη «Νέα Τούμπα», χωρίς να αποκλείει συνεργασία – υπό τους δικούς του όρους. Η πλευρά Μυστακίδη να δηλώνει ότι δε θα υπάρχει καμία χρηματοδότηση από την ΠΑΕ και το έργο θα το ολοκληρώσει ο ίδιος, με δικά του κεφάλαια. Ακολούθησαν δημόσιες αμφισβητήσεις με το σκηνικό να θυμίζει πόλεμο συμφερόντων. Από τη μία πλευρά ο Σαββίδης, η ΠΑΕ, μερίδα δημοσιογράφων, με τους παλαίμαχους κτλ. και από την άλλη ο Μυστακίδης με τον ερασιτέχνη ΠΑΟΚ, όσους δημοσιογράφους ήταν «στην απέξω» την εποχή Σαββίδη κτλ. Και κάπως έτσι η δημιουργία της Νέας Τούμπας μετατρέπεται σε σύγκρουση επιχειρηματικών συμφερόντων, με τους οπαδούς να καλούνται να διαλέξουν στρατόπεδο υποτέλειας για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους. 

Αν ακούσει κανείς τους επικοινωνιακούς μηχανισμούς των ΠΑΕ, θα πιστέψει ότι κάθε ιδιωτικό γήπεδο είναι καρπός μιας ανείπωτης θυσίας, ενός «ματώματος» από κάποιους μεγαλοπαράγοντες που, με ανιδιοτέλεια, αποφάσισαν να χαρίσουν στις ομάδες και στους φιλάθλους τους ένα στολίδι. Έτσι παρουσιάζεται το αφήγημα: το γήπεδο ως «δώρο» του πάμπλουτου προέδρου προς τον λαό της ομάδας. Ένα αφήγημα που καλλιεργεί συγκίνηση, εντυπώσεις και φυσικά… λήθη για το ποιος πραγματικά πληρώνει το μάρμαρο και ποιος καρπώνεται τα οφέλη. 

Κι όμως, η πραγματικότητα συχνά γελοιοποιεί το ίδιο το αφήγημα. Στον ΠΑΟΚ, για παράδειγμα, οι συζητήσεις γύρω από το ποιος θα «ματώσει» για τη νέα Τούμπα δεν θυμίζουν ηρωικό έπος αυτοθυσίας, αλλά παζάρι με οσμή επιχειρηματικής συναλλαγής. Σαν να μην αρκεί το παραμύθι της «προσφοράς», έχουμε και τη δημόσια διαμάχη για το ποιος θα έχει την τιμή να… αναλάβει την τιμή. Και ενώ στα επίσημα ανακοινωθέντα οι πρόεδροι παρουσιάζονται ως ευεργέτες, στα παρασκήνια φαίνεται να διαπραγματεύονται ποιος θα επωμιστεί το ρίσκο και, βέβαια, ποιος θα καρπωθεί τα οφέλη. 

Η αλήθεια είναι πως αυτά τα «ματώματα» σπάνια στάζουν ιδρώτα των ισχυρών. Πιο συχνά στάζουν δημόσιο χρήμα, ευνοϊκές ρυθμίσεις, φοροαπαλλαγές και γενναίες παραχωρήσεις από κράτος και τοπικές αρχές. Ο «ιδιοκτήτης» εμφανίζεται σαν σωτήρας, αλλά στο παρασκήνιο οι λογαριασμοί στέλνονται στην κοινωνία, ενώ τα δικαιώματα εκμετάλλευσης παραμένουν στα χέρια του ιδιώτη. Έτσι, η έννοια της ανιδιοτέλειας καταλήγει να είναι άλλη μια καλά σκηνοθετημένη ψευδαίσθηση. Το μόνο πραγματικό «ματωμένο» είναι η τσέπη των φορολογουμένων και των οπαδών με τα πανάκριβα εισιτήρια πολυτελείας που συνοδεύουν αυτά τα έργα φιλανθρωπίας και αγάπης για τον αθλητισμό και τις ομάδες. 

Η περίπτωση του ΣΕΦ του ΟΑΚΑ, όπως και άλλων ποδοσφαιρικών γηπέδων (Νέα Τούμπα, AEL FC Arena), επιβεβαιώνει έναν κοινό παρονομαστή: η ποδοσφαιρική και μπασκετική «ανάπτυξη» που προωθείται από επιχειρηματίες και κράτος δεν είναι καθόλου ουδέτερη, ούτε αθώα. Δεν αφορά το άθλημα και τους ανθρώπους του, αλλά τη διαχείριση χώρου, εδάφους και χρήματος, με τη συμμετοχή των οπαδών να περιορίζεται στον ρόλο του καταναλωτή και χρηματοδότη. 

Εκεί που κάποτε χτιζόταν αθλητισμός για όλους, τώρα χτίζονται μελλοντικές υπεραξίες. Εκεί που το ποδόσφαιρο και το μπάσκετ έδιναν ανάσα στις λαϊκές γειτονιές, τώρα γίνεται το άλλοθι για να φτιαχτεί ένα ακόμα «παραλιακό κόσμημα» μόνο για λίγους. Και η «ενότητα» των συλλόγων και των οπαδών, που ευαγγελίζονται οι ιδιοκτήτες, αναιρείται την ίδια στιγμή που τα συμφέροντα τους συγκρούονται ή δεν ευοδώνονται. 

Δεν πρόκειται, λοιπόν, για φιλανθρωπία, ούτε για αθλητικό ενδιαφέρον, ούτε για αγάπη για τους συλλόγους. Είναι μια μακρά σειρά από ευκαιρίες κερδοσκοπίας, συσκευασμένες σε χρώματα ομάδων. Η κοινωνία καλείται να παραχωρεί, να πληρώνει και να σωπαίνει. Γιατί «τώρα έχουμε γήπεδο». 

Continue Reading
Advertisement