Πρώην παίκτρια της ΑΕΚ σε ταξίδι αλληλεγγύης στην Τανζανία!

0

Η πρώην αθλήτρια της ομάδας βόλει της ΑΕΚ, Αθηνά Παπαφωτίου με άρθρο της στην ιστοσελίδα ”athletestories” εξιστορεί την περιπέτειά της στην Ζανζιβάρη της Τανζανίας, στο «Σχολείο της Ελπίδας», ένα ιδιαίτερο ταξίδι με τη συναθλήτρια της Κάρλι Σνάιντερ με στόχο την παροχή ευκαιριών μάθησης σε παιδιά αναπτυσσόμενων περιοχών με έναν εναλλακτικό τρόπο, μέσω του ομαδικού παιχνιδιού.

 

Aναλυτικά όσα είπε η Αθηνά Παπαφωτίου για το θέμα στο athletestories.gr

Πώς γεννήθηκε η ιδέα

Ήταν προσωπικό μου όνειρο να γνωρίσω έναν διαφορετικό κόσμο και μια άλλη υπαρκτή πραγματικότητα.

Και έμελλε να εκπληρωθεί το καλοκαίρι του 2019.

Η συμπαίκτριά μου στην γαλλική Μιλούζ, Κάρλι Σνάιντερ, είχε επισκεφθεί και το καλοκαίρι του 2018 μερικές χώρες της Αφρικής, για τουριστικούς λόγους.

Με την Κάρλι, κατά τη διάρκεια των διατάσεων, καθόμασταν δίπλα δίπλα κι η αλήθεια είναι ότι δεν σταματούσε να μιλάει.

Και, κάπως έτσι, μέσω συζητήσεων, γεννήθηκε η ιδέα ενός διαφορετικού ταξιδιού.

Οι δυο μας (να) οργανώνουμε ένα σχέδιο δράσης σε ένα σχολείο στην Ζανζιβάρη της Τανζανίας!

Αθλητισμός Και Εκπαίδευση

Η πιο καταλυτική πληροφορία που είχα λάβει, ωστόσο, ήταν σχετικά με το εκπαιδευτικό σύστημα εκεί.

Στις περισσότερες χώρες, με ελάχιστες εξαιρέσεις, η βασική εκπαίδευση είναι ιδιωτική.

Οι οικογένειες θα πρέπει να επωμιστούν τα δίδακτρα παρακολούθησης του σχολείου, όταν καθημερινά τίθεται θέμα επιβίωσης.

Είναι φυσικό επακόλουθο, η εκπαίδευση να θεωρείται πολυτέλεια κι αυτό οδηγεί σε ένα φαύλο κύκλο, όπου η εκπαίδευση, ως κινητήριος δύναμη της εξέλιξης, παραμένει ανεκμετάλλευτη.

Για να αλλάξουν οι συνθήκες μιας χώρας, επιβάλλεται να βελτιωθεί το εκπαιδευτικό της σύστημα και οι αφρικανικές πάσχουν και σε αυτόν τον τομέα σημαντικά.

Κάπως έτσι, αποφασίσαμε με την Κάρλι να βοηθήσουμε προς αυτή την κατεύθυνση, όπως μπορούμε.

Όπως σκεφτόμουν, πριν το ταξίδι στην Αφρική, οι αθλητές, θέλουν δεν θέλουν, αποτελούν πρότυπα.

Ειδικά για τα παιδιά και, μάλιστα, από τα πιο υγιή, καθώς πρεσβεύουν σημαντικές αξίες, όπως η προσφορά στην κοινωνία.

Κι αυτό είναι μια ευθύνη που ακολουθεί την ιδιότητα του αθλητή.

Είναι ωραίο να εμπνέεις άλλους ανθρώπους αλλά είναι και υποχρέωση μας, ως αθλητές, να το λάβουμε σοβαρά υπόψη!

Δεν είναι απλό, γιατί ο καθένας μας κάνει αυτό που αντιλαμβάνεται ο ίδιος ως δίκαιο και σωστό. Κι αυτό δεν παύει να είναι μια υποκειμενική κρίση!

Έχοντας στο μυαλό μας ότι μπορεί να είμαστε σημείο αναφοράς για τα νέα παιδιά, ας πράττουμε αναλόγως. Αυτό, φυσικά, ισχύει για κάθε δημόσιο πρόσωπο.

Θέλω να ελπίζω ότι σε ό,τι κάνουμε αντανακλάται μια θετική κι υγιής προσέγγιση των πραγμάτων. Δεν υπάρχουν κανόνες και νόρμες, μόνο καλοπροαίρετα κίνητρα κι ενσυνείδητη προσπάθεια.

Μετά από 20 χρόνια στον ομαδικό αθλητισμό, θεμελιώδεις αρχές του, όπως η αλληλεγγύη, η συνεργασία κι η αυτοθυσία, μπορώ να πω ότι έχουν γίνει καθημερινό μου βίωμα.

Βοηθάς το συμπαίκτη σου να γίνει καλύτερος για να είναι κι η ομάδα, της οποίας είσαι μέλος, καλύτερη, μαθαίνεις να βάζεις την ομάδα πάνω από το προσωπικό στο όφελος, και μάλιστα συνειδητοποιείς ότι έτσι έχεις το μεγαλύτερο όφελος στο τέλος.

Και γνωρίζεις πολύ καλά, ότι μόνος σου δεν μπορείς να τα καταφέρεις, έχεις ανάγκη τον διπλανό σου τόσο όσο σε έχει κι εκείνος. Είναι μια σπάνια αίσθηση να την αντιληφθείς τόσο ξεκάθαρα στη ζωή.

Αν μπορώ να ξεχωρίσω ένα πράγμα που έμαθα από τον αθλητισμό, είναι να εμπιστεύομαι τους ανθρώπους γύρω μου, να μη φοβάμαι να εκτεθώ και ότι κάθε μέρα μπορώ να ξεκινήσω από την αρχή.

Η δική μου επαφή με τον αθλητισμό ξεκίνησε με το να κυνηγάω μια μπάλα, να γνωρίσω το παιδί δίπλα μου, να ακολουθήσω τις εντολές του προπονητή μου, να δημιουργήσω φίλους, να μαθαίνω πώς να ελέγχω τις κινήσεις μου.

Χρόνια αργότερα, αυτό έγινε περισσότερο επάγγελμα και με περισσότερο πάθος από ποτέ.

Κοιτάζοντας πίσω, μπορώ να δω πώς ο αθλητισμός μου έδωσε πολύ περισσότερα από την πηγή εισοδήματός μου σήμερα.

Ο αθλητισμός ήταν η μόρφωση μου, παράλληλα με τα καθημερινά μου μαθήματα στο σχολείο.

Στο σχολείο έμαθα πώς να χρησιμοποιώ τον εγκέφαλό μου, στον αθλητισμό έμαθα πώς να χρησιμοποιώ το σώμα μου.

Στο σχολείο έμαθα για τη δικαιοσύνη, όταν στον αθλητισμό έμαθα να μην κάνω διακρίσεις. Οι δάσκαλοι μού έδειξαν πώς να βοηθήσω τον συμμαθητή μου να λύσει την άσκηση, οι προπονητές μού έδειξαν πώς να σηκώσω τον συμπαίκτη μου μετά την πτώση του.

Το σχολείο μου έμαθε πώς να είμαι ισότιμο μέλος μιας ομάδας, ενώ τα αθλήματα μου έδωσαν την αυτοπεποίθηση να ξεχωρίσω ενώ είμαι μέλος μιας ομάδας.

Το σχολείο μου έδωσε γνώση, ο αθλητισμός με γέμισε συναισθήματα.

Αφού τελείωσα το πτυχίο μου στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ ήμουν επαγγελματίας αθλήτρια, μπορούσα να δω μόνο ομοιότητες στα δύο πάθη μου, τη διδασκαλία και τον αθλητισμό.

Πιστεύω ακράδαντα ότι αυτά τα δύο θα μπορούσαν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά για να διαμορφώσουν το χαρακτήρα και την προσωπικότητα κάθε παιδιού, και να τα καταρτίσουν με πολλαπλές δεξιότητες για να αντιμετωπίσουν το μέλλον.

Συνειδητοποίησα πως ο αθλητισμός διαδραματίζει εξίσου σημαντικό ρόλο με την εκπαίδευση, καθώς αναγνώρισα τον εαυτό μου να χρησιμοποιεί εκπαιδευτικά στοιχεία σε καταστάσεις που προέκυψαν στην ομάδα μου κι αντίστοιχα, αθλητικές εμπειρίες στην προσπάθεια μου να διαχειριστώ συμβάντα της εξωαγωνιστικής μου ζωής.

Κι αυτό ήταν το είδος της εμπειρίας που θα ήθελα να μοιραστώ με παιδιά, τα οποία δεν είχαν τις ίδιες εκπαιδευτικές και αθλητικές ευκαιρίες με εμένα.

Δεν πίστευα ότι το πρότζεκτ αυτό θα αλλάξει τον κόσμο, αλλά εάν θα μπορούσε να αλλάξει λίγο την καθημερινότητα μιας ομάδας παιδιών ήταν αρκετό.

Γιατί μπορούμε όλοι να κάνουμε περισσότερα για τον διπλανό μας, και μπορούμε να αξιοποιήσουμε καλύτερα τις δυνατότητές μας προς όφελος της κοινότητας.

Αρκεί να αφιερώσει ο καθένας λίγο από το χρόνο και τη διάθεσή του.

Προσωπικά, πιστεύω ακράδαντα στην ατομική ευθύνη! Δεν μπορούμε να ορίσουμε κάθε λεπτομέρεια στη ζωή μας, αλλά μπορούμε να ορίσουμε τον τρόπο που θα αντιμετωπίζουμε τα πράγματα και είμαστε υπεύθυνοι για τη στάση που θα κρατήσουμε.

Υπό αυτήν την έννοια, κάθε μας πράξη επηρεάζει κι έχει άμεσο αντίκτυπο στο περιβάλλον μας. Υπάρχει ένα δεδομένο σύστημα στο οποίο δρούμε κι αλληλεπιδρούμε, αλλά παράλληλα υπάρχουν κι οι επιλογές που κάνουμε κάθε στιγμή.

Η πορεία του κάθε ανθρώπου είναι αποτέλεσμα συνδυασμού αυτών των επιλογών και σε αυτές ενυπάρχει η προσωπική ευθύνη. Αποφασίζουμε για τον εαυτό μας σε ένα δεδομένο πλαίσιο και διαμορφώνουμε ενεργά τις συνθήκες διαβίωσής μας.

Όλοι μας ξεκινάμε με κάποιο αρχικό πλάνο και μερικές ιδέες αλλά τελικά το πώς εξελίσσονται τα πράγματα κανείς δεν μπορεί να προβλέψει, κι αυτό είναι το ενδιαφέρον!

Αισθάνομαι τόσο τυχερή που μπορώ να κάνω αυτό που μου αρέσει, που αυτό μου επιτρέπει ταυτόχρονα να αποταμιεύω κάποια χρήματα και μου δίνει τη δυνατότητα να ταξιδεύω και να ζω σε τόσα μέρη του κόσμου, να συναναστρέφομαι ανθρώπους από διαφορετικές χώρες, πολιτισμούς και αξιακά υπόβαθρα.

Και, σίγουρα, αυτή η συναναστροφή μου έχει προσφέρει διαφορετικά ερεθίσματα.

Όλα αυτά, όμως, δεν έρχονται χωρίς κάποιο τίμημα.

Η μεγάλη δυσκολία θα είναι όταν θα σταματήσω την αθλητική μου ζωή. Όταν θα πρέπει να ξεκινήσω από μια διαφορετική αφετηρία να χτίσω μια ζωή από την αρχή και να παραμερίσω την ιδιότητα της αθλήτριας.

Με βασικό εξοπλισμό, όμως, τις μοναδικές εμπειρίες που θα έχω αποκομίσει όλα αυτά τα χρόνια.

Νιώθω πολύ τυχερή που είχα ανθρώπους, κατά την επαγγελματική μου και ακαδημαϊκή μου πορεία, οι οποίοι αφιέρωσαν το χρόνο τους και είχαν τη διάθεση να μου μάθουν καινούρια πράγματα.

Αυτό είναι που θέλω να κάνω κι εγώ. Να δώσω πίσω κάτι από όλα αυτά που είχα την τύχη να αποκτήσω.

Δεν πρόκειται ούτε για χρέος, ούτε για υποχρέωση.

Η «προσφορά» δεν ξέρω αν είναι όντως μια προσωπική αναμέτρηση με τον εγωισμό μας, εγώ δεν το βλέπω έτσι τουλάχιστον.

Μόλις συνειδητοποιήσεις πόσα πράγματα μπορούμε να κάνουμε ο ένας για τον άλλον, και πόσο απλό μπορεί να είναι, τότε απλά δραστηριοποιείσαι.

Ο άνθρωπος είναι κοινωνικό ον κι η ευχαρίστηση της ανθρώπινης αλληλεπίδρασης δεν μπορεί να αντληθεί από την εσωστρέφεια και την ατομική ευημερία.

Τελευταία σκέψη πριν ανέβω στο αεροπλάνο για το ταξίδι στην Αφρική;

Θέλω να επηρεάσω και να αφήσω τον εαυτό μου να επηρεαστεί από τη δυναμική διαφορετικών ανθρώπων και διαφορετικών δομών.

Θέλω να με αλλάξουν και να με διαμορφώσουν…

Τίποτα παραπάνω από αυτό που θέλω να κάνω κι εγώ σε αυτούς!

Αυτή θα είναι η δική μου ανταμοιβή…

Hakunamatata!

Ιούνιος 2019: μόλις έχω τελειώσει τους αγώνες με την εθνική ομάδα και, δύο μέρες αργότερα, βρίσκομαι στο αεροδρόμιο για Ζανζιβάρη.

Ακόμα ένα ταξίδι, κι είναι η ζωή μου έτσι που τα ταξίδια είναι αναπόσπαστο κομμάτι αυτής, αφού, από το 2013, ο χρόνος μου μοιράζεται μεταξύ Ελλάδας κι εξωτερικού.

Πάντα έχεις αγωνία όταν ταξιδεύεις για ένα καινούριο μέρος!

Αλλά αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο αγωνία, ήταν και ενθουσιασμός, ανυπομονησία, ανασφάλεια για το πώς θα είναι τα πράγματα εκεί.

Σε μια καινούρια ήπειρο, με άλλες συνήθειες και δεδομένα.

Σε ένα περιβάλλον, που ήξερα ότι οι συνθήκες ζωής απέχουν παρασάγγας από τον δυτικό μας κόσμο.

Η βασική ιδιαιτερότητα αυτού του ταξιδιού ήταν πως δεν θα το έκανα ως τουρίστρια.

Για πρώτη φορά, στόχος ήταν να γνωρίσουμε και να ενσωματωθούμε στην τοπική κοινωνία, να ζήσουμε για ένα χρονικό διάστημα μαζί τους και να συνεισφέρουμε με αυτό που γνωρίζουμε στην καθημερινότητά τους.

Η ανυπομονησία κι η φαντασία σού δημιουργούν τόσες σκέψεις, που ασυναίσθητα δημιουργείς μια εικόνα για το τι περιμένεις να βρεις.

Το μόνο που μένει πλέον είναι οι δέκα ώρες ταξιδιού προς μια καινούρια πραγματικότητα, για να ανακαλύψεις πόσο κοντά στη ρεαλιστική είναι η φανταστική εικόνα που έφτιαξες.

Πώς θα είναι οι άνθρωποι και το τοπίο, πώς θα ακούγεται η γλώσσα τους, τι θα φοράνε;

Το ταξίδι ξεκινάει Τετάρτη, μεσημέρι και φτάνουμε Πέμπτη ξημερώματα -μέσω Κωνσταντινούπολης- στην πόλη Νταρ ες Σαλάμ, στην Τανζανία. Από εκεί, πήραμε το πλοίο για το νησί της Ζανζιβάρης.

Μπορούσαμε να φτάσουμε στον νησί και λίγο πιο απλά, με μια από τις πολλές εσωτερικές πτήσεις, αλλά προτιμήσαμε τον εναλλακτικό τρόπο, για να μπορέσουμε να δούμε κάθε πτυχή αυτής της νέας χώρας.

Κοιμόμουν κι ακούω την ανακοίνωση ότι φτάσαμε. Το πρώτο πράγμα που κάνω, φυσικά, είναι να κοιτάξω από το παράθυρο. Είδα το αεροπλάνο μιας αφρικανικής εταιρίας με τα χρώματα της Αφρικής και δίπλα έναν φοίνικα, ενθουσιάστηκα!

Βγαίνω έξω, περίμενα τροπική αποπνικτική ζέστη, όμως έπεσα έξω: 25-32 βαθμούς Κελσίου κι ένα δροσερό αεράκι.

Στη συνέχεια, θα ανακαλύψω ότι είναι η δροσερή τους περίοδος τώρα, και την περισσότερη ζέστη την έχει νωρίς το μεσημέρι.

Α…! Κι ότι ο ήλιος δύει στις 18.30, ίση μέρα ίση νύχτα κοντά στον Ισημερινό.

Μπαίνουμε στο αεροδρόμιο και στον έλεγχο διαβατηρίων και βίζας.

Η πρώτη διαπίστωση: από έναν κόσμο λευκών με κάποιους μαύρους, είμαι σε έναν κόσμο μαύρων με ελάχιστους λευκούς.

Δεν πρόκειται για θέμα ρατσισμού, αλλά είναι μια πρωτόγνωρη εμπειρία να νιώθεις διαφορετικός στην όψη.

Η δεύτερη διαπίστωση: η εξέλιξη της τεχνολογίας έρχεται σημαντικά καθυστερημένα, με αποτέλεσμα η ανθρώπινη επαφή κι επικοινωνία να είναι ακόμα κυρίαρχη σε οποιαδήποτε συναλλαγή.

Η έκδοση της βίζας γίνεται σε ένα δωμάτιο τετ α τετ με τον υπάλληλο, η εκφόρτωση των αποσκευών γίνεται χειρωνακτικά, και το βασικότερο, σε όποιον απευθυνθείς είναι πρόθυμος να σε βοηθήσει και να σε κατευθύνει.

Η επόμενη έντονη εικόνα είναι στο λιμάνι, από όπου θα παίρναμε το πλοίο και σε δύο ώρες θα φτάναμε στη Ζανζιβάρη.

Άπειρος κόσμος, συνωστισμένος να περιμένει το πλοίο, όλες οι γυναίκες και τα κοριτσάκια με πολύχρωμες μπούργκες.

Ένα πολύχρωμο τοπίο ανθρώπων και θορύβων, οι Αφρικάνοι λατρεύουν τα  χρώματα και μάλιστα τα έντονα, πορτοκαλί, μωβ, πράσινο, κίτρινο και μπλε σε κάθε ενδυμασία.

Η επικρατούσα θρησκεία είναι ξεκάθαρα ο μουσουλμανισμός κι οι άνθρωποι πρόκειται να ανακαλύψω ότι είναι έντονα θρησκευόμενοι αλλά καθόλου φανατικοί!

Με το που κατεβαίνουμε στο λιμάνι από το ταξί, και συνειδητοποιούν ότι είμαστε «τουρίστες», έρχονται δυο άνθρωποι να μας κουβαλήσουν τις βαλίτσες και να μας οδηγήσουν να βγάλουμε εισιτήριο, παρακάμπτοντας τη σειρά όπου περιμένουν οι ντόπιοι κι ελπίζοντας σε κάποιο φιλοδώρημα.

Όλα με αστραπιαίες ταχύτητες που σχεδόν σε αναγκάζουν να ακολουθήσεις μηχανικά.

Στη συνέχεια, και μετά από μια διαδρομή τεσσάρων ωρών, αντί για δύο, φτάνουμε στο λιμάνι της Στόουν Τάουν, που περνάμε και πάλι έναν μικρό έλεγχο.

Οι επισκέπτες από Κένυα πρέπει να ελεγχθούν για τον ιό του Έμπολα, κι αφού δεν ανήκουμε σε αυτήν την κατηγορία, μας αφήνουν να φύγουμε γρήγορα.

Ιδιωτικοί οδηγοί και ταξί με αυτοκίνητα περασμένων δεκαετιών περιμένουν να πάρουν τους αφιχθέντες, κι εμείς βρίσκουμε τον δικό μας που είχε στείλει ο υπεύθυνος του σχολείου.

Μιάμιση ώρα είναι η διαδρομή για το χωριό, στο οποίο θα μέναμε, το Νούνγκβι, κι είναι μία από τις ομορφότερες διαδρομές που έχω κάνει.

Ένας τεράστιος χωματόδρομος με τις αντίστοιχες λακκούβες πότε πότε, με φοινικόδεντρα, μπανανιές και δέντρα μάνγκο, δεξιά κι αριστερά.

Καθόλη τη διαδρομή, γυναίκες με πολύχρωμες φορεσιές κουβαλάνε στο κεφάλι τους καλάθια με πράγματα, ξυπόλυτα παιδάκια τρέχουν από εδώ κι από εκεί, ενώ διακρίνονται μικρές παράγκες στο δρόμο που πουλάνε φρούτα και νερό, αλλά και καλύβες μέσα στα χωράφια.

Στο δρόμο, αυτοκίνητα που, ομολογουμένως, οδηγούν με άναρχο τρόπο, ανοιχτά λεωφορεία φορτωμένα με 30 άτομα στριμωγμένα σαν σαρδέλες (το εισιτήριο κοστίζει 1 δολάριο για τη διαδρομή) και μηχανάκια που ξεπετάγονται από παντού.

Παραδόξως, όμως, μόλις συνηθίσεις την κατάσταση, νιώθεις ασφαλής, γιατί ο οδηγός ξέρει να οδηγεί σε αυτές τις συνθήκες.

Το πρώτο πράγμα που μας λέει είναι:

«Εδώ είμαστε ένα μικρό νησί, όπου ζούμε ειρηνικά, δεν έχουμε πολλά αλλά είμαστε ευτυχισμένοι και “hakunamatata”», που σημαίνει «καμία έγνοια».

Και, στην κυριολεξία, είναι η φιλοσοφία της ζωής τους, εκτός ότι το κολλάνε στο τέλος κάθε φράσης τους.

Το απόγευμα φτάνουμε στο χωριό, κατευθείαν στον ξενώνα μας.

Ένα απλό κτίριο με μεγάλη αυλή, μια κουζίνα, δυο κοινόχρηστα μπάνια και πέντε δωμάτια.

Το δωμάτιο έχει ένα κρεβάτι και μια κουνουπιέρα, το μπάνιο έχει νερό με λίγη πίεση, για ζεστό νερό μόνο το πρωί που ζεσταίνει ο ήλιος τη μικρή δεξαμενή, στην κουζίνα μπορείς να μαγειρέψεις, αν θέλεις, με τη συσκευή γκαζιού.

Ένα μικρό ψυγείο για τις ανάγκες όλου του ξενώνα ολοκληρώνει τις ανέσεις μας.

Ο ξενώνας μας έχει ρεύμα για τις βασικές ανάγκες, τα διπλανά σπίτια όχι όλα.

Γενικά, το νησί έχει διάφορα θέματα με το ηλεκτρικό ρεύμα, κόβεται συχνά κι άγνωστο κάθε φορά για πόσο χρονικό διάστημα.

Για την ακρίβεια, εδώ, δεν έχουμε τίποτα περισσότερο από αυτά που χρειαζόμαστε, αλλά και τίποτα λιγότερο!

Πρώτη Ημέρα Στο Σχολείο!

Είμαστε μέσα στο χωριό Νούνγκβι της Ζανζιβάρης, στα 50 μέτρα περίπου από τη θάλασσα, και το τοπίο είναι μαγικό.

Παραλίες με κάτασπρη άμμο και φοινικιές, τιρκουάζ νερά με ξύλινα ψαροκάικα, κι ο ήλιος που δύει ακριβώς μέσα στη θάλασσα.

Κι η πλήρης αντίθεση, στα πενήντα μέτρα πιο πάνω, καλύβες και κτίρια στην πιο απλή τους μορφή, τέσσερις τοίχοι με τσιμέντο, παράθυρα από σεντόνια, στέγες από λαμαρίνες.

Κρυφοκοιτώντας μέσα, σπάνια έβλεπα περισσότερα από ένα στρώμα.

Γυναίκες να κάθονται έξω από τις πόρτες τους σε παρέες και παιδιά να παίζουν ξυπόλητα στο χώμα με πλαστικά μπουκάλια, παλιές ρόδες και ξυλόβεργες παντού.

Κάποιοι είχαν ανάψει φωτιά με ξύλα για να μαγειρέψουν το βραδινό τους κι άλλοι καθαρίζουν την περιοχή γύρω από το σπίτι τους.

Δεν μου πήρε παραπάνω από δύο μέρες για να συνειδητοποιήσω ότι η Ζανζιβάρη έχει δυο πλευρές. Αυτή της παραλίας, με τα τουριστικά θέρετρα και δραστηριότητες, τα μαγαζάκια με διάφορα χειροποίητα σουβενίρ και μικρά φαγάδικα, καθώς αποτελεί πόλο έλξης πολλών τουριστών λόγω της φυσικής της ομορφιάς.

Και λίγο πάνω από την παραλία και κατά μήκος αυτής βρίσκεται το χωριό, όπου ζουν οι ντόπιοι σε συνθήκες που δεν συναντά κανείς εύκολα στην Ευρώπη.

Εγώ τουλάχιστον δεν το είχα ξανά δει.

Αλλά το κύριο γνώρισμα και των δύο πλευρών της Ζανζιβάρης είναι οι άνθρωποι: χαμογελαστοί, επικοινωνιακοί και εντυπωσιακά φιλικοί.

Η πρώτη μου βόλτα στο χωριό διήρκησε μιάμιση ώρα, γιατί ήμασταν εξαντλημένοι από το ταξίδι και την επόμενη μέρα θα ξεκινούσαμε στο σχολείο νωρίς το πρωί.

Περπάτησα μέσα από το χωριό και μετά κατά μήκος της παραλίας, και κυριολεκτικά καθένας που συναντούσα στο δρόμο χαιρετούσε στη γλώσσα του: JamboPoaMambo.

Κι αυτό θα συνεχιζόταν και τις επόμενες μέρες, από τις γυναίκες και τους άντρες μέχρι και το πιο μικρά παιδάκια, κι αν δεν χαιρετήσεις πίσω, επαναλαμβάνουν το χαιρετισμό.

Μάλλον δεν χρειάζεται να γνωρίζεις καλά τον άλλον για να πεις ένα απλό «γεια», καθώς διασταυρώνεστε στο δρόμο, και να συνεχίσει ο καθένας το δρόμο του.

Πόσο διαφορετικό από τις συνήθειές μας στην Αθήνα!

Έτσι έμαθα και τις πρώτες μου λέξεις.

Η Κάρλι είχε φτάσει περίπου μια εβδομάδα νωρίτερα από μένα, αφού εγώ είχα ακόμα τις υποχρεώσεις με την εθνική ομάδα.

Το ίντερνετ δεν είναι εύκολο να το βρει κανείς στο νησί, αλλά κι η αλήθεια είναι όσες φωτογραφίες κι αν δεις, μόνο όταν βρεθείς στο μέρος το ίδιο αντικρίζεις την πραγματικότητα.

Η Κάρλι το μόνο που μου είχε πει είναι ότι ο Κόκο, ο ιδρυτής του σχολείου, κι οι δάσκαλοι είναι ενθουσιασμένοι που είμαστε εδώ και μας έχουν υποδεχθεί πολύ θερμά.

Όσο για τα παιδιά, μου είπε: «Δεν θα σου πω τίποτα, θέλω να τα γνωρίσεις μόνη σου, ένα – ένα».

Και, κάπως έτσι, ξεκινάει η πρώτη μέρα:

Σηκωνόμαστε 7 το πρωί να φάμε το πρωινό μας, που περιλαμβάνει φρέσκα τροπικά φρούτα, ό,τι παράγεται στην περιοχή μόνο (οι εισαγωγές είναι πανάκριβες) και στις 8 παρά είκοσι ξεκινάμε για το σχολείο.

Μια δεκάλεπτη διαδρομή μέσα από το χωριό, οι γυναίκες έξω από τα σπίτια τους προετοιμάζουν τη φωτιά για τον πρωινό χυλό ή πλένουν ρούχα στη λεκάνη, και παιδιά διαφόρων ηλικιών (δυστυχώς πολλά) αναλαμβάνουν δουλειές του σπιτιού, όπως το καθάρισμα.

Βλέπουμε την πολύχρωμη ταμπέλα που γράφει Zanzibar School of Hope, και στα επόμενα εκατό μέτρα δεκάδες παιδάκια με τις στολές του σχολείου ξεπροβάλουν από σπίτια και δρομάκια και κατευθύνονται μαζί μας προς το σχολείο. Μόνα τους!

Παιδάκια ηλικίας 3 έως 7 χρονών το πολύ. Δεν αργούν να μας δουν και τρέχουν καταπάνω μας, φωνάζοντας «teacherteacher», όποιο προλάβει να πιάσει τα χέρια μας.

Την Κάρλι τη γνώριζαν από τις προηγούμενες μέρες, εμένα με έβλεπαν πρώτη φορά αλλά η χαρά είναι ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους και σα να με ήξεραν από πάντα μαλώνουν μεταξύ τους ποιο θα με κρατήσει από το χέρι.

Μακάρι να μπορούσα να τα κρατήσω όλα, αυτό σκέφτηκα εκείνη τη στιγμή, αλλά αρκέστηκα να είναι δυο σε κάθε χέρι κι ένα σε κάθε μπράτσο κι άλλα δέκα τριγύρω, περπατούσαμε όλοι μαζί μέχρι να φτάσουμε στο σχολείο.

Το συναίσθημα εκείνης της στιγμής δεν περιγράφεται με λόγια κι η αλήθεια είναι ότι αυτό το κομμάτι της διαδρομής, ήταν το πιο αγαπημένο μου όλης της ημέρας! Και, κάθε μέρα, προσπαθούσα να κρατάω διαφορετικά παιδάκια, να μην είναι κανένα παραπονεμένο.

Όχι βέβαια ότι έχουν τέτοιες ανησυχίες αυτά τα παιδιά.

Είναι εντυπωσιακά πειθαρχημένα, όπως θα ανακαλύψω στη συνέχεια.

Μπαίνουμε στο σχολείο, το οποίο αποτελείται από επτά τάξεις, οι δύο είναι αρκετά σκοτεινές, γιατί είναι ενδιάμεσα από τις ακριανές και δεν τις βλέπει ο ήλιος, δυστυχώς, και ηλεκτρικό ρεύμα δεν υπάρχει.

Οι τοίχοι είναι γεμάτοι με ζωγραφιές και σχέδια. Υπάρχουν και κανόνες της τάξεις γραμμένοι και στα Σουαχίλι, που είναι η επίσημη γλώσσα τους, και στα αγγλικά συνοδευόμενα με τα αντίστοιχα σχέδια.

Σε κάθε τάξη είναι περίπου 30 παιδιά και κάθε δάσκαλος (επτά στο σύνολο) αναλαμβάνει μια τάξη.

Αφού τελειώσει η πρωινή ρουτίνα στο μικρό προαύλιο, που περιλαμβάνει προσευχή αλλά κυρίως τραγούδια, τα παιδιά οδηγούνται στις τάξεις κι εμείς συναντιόμαστε με τον Κόκο και δύο ακόμα υπεύθυνους δασκάλους για να γνωριστούμε και μεταξύ μας.

Η μεταξύ μας γλώσσα επικοινωνίας είναι στα αγγλικά, οι περισσότεροι δάσκαλοι γνωρίζουν τα απολύτως βασικά, όμως η διάθεση για συνεργασία και αλληλοκατανόηση είναι εμφανής στη γλώσσα του σώματος και του προσώπου όλων.

Πριν φύγουμε μαζί με το πρώτο γκρουπ των παιδιών για την αλάνα, ο Κόκο μας εξηγεί την ιστορία του σχολείου, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν και τις ανησυχίες του για την ευαισθητοποίηση της τοπικής κοινότητας σε θέματα εκπαίδευσης.

Η υποχρεωτική εκπαίδευση στην Τανζανία ξεκινάει στα οκτώ χρόνια, πολύ αργά σύμφωνα με τις παιδαγωγικές θεωρίες, και πριν από αυτό δεν προβλέπεται τίποτα από το κράτος.

Στην Ζανζιβάρη υπάρχουν μερικά ιδιωτικά νηπιαγωγεία, τόσο ακριβά που καταλήγουν να είναι σχεδόν απαγορευτικά για την πλειοψηφία.

Το School of Hope είναι το μοναδικό σε ολόκληρο το νησί που λειτουργεί χωρίς δίδακτρα και βασίζεται σε δωρεές κι εθελοντές, γι’ αυτό κι οι πόροι του είναι περιορισμένοι.

Ξεκίνησε με 20 παιδιά και πέντε χρόνια αργότερα, στεγάζει 216 παιδιά.

Οι ανάγκες του σχολείου για σίτιση, στέγαση και σχολικά υλικά είναι καθημερινή πραγματικότητα αλλά, ταυτόχρονα, ένα άλλο θέμα που απασχολεί τον Κόκο είναι η ευαισθητοποίηση της κοινωνίας για τη σημαντικότητα της εκπαίδευσης στην προσχολική ηλικία.

Υπάρχουν πολλά παιδιά, τα οποία κυκλοφορούν στους δρόμους αντί να είναι στο σχολείο, όπως διαπίστωσα κι εγώ μετά τη συζήτησή μας, και το πιο δύσκολο είναι να πειστούν οι γονείς ότι η εκπαίδευση είναι το κύριο εργαλείο για ένα καλύτερο μέλλον.

Όταν όμως τίθεται θέμα βιοποριστικής ανάγκης, τότε η εκπαίδευση ακούγεται πολυτέλεια.

Πολλοί γονείς προτιμούν να κρατήσουν τα παιδιά στο σπίτι, τα κορίτσια να βοηθούν στις δουλειές του σπιτιού και τα αγόρια να βοηθούν στις δουλειές (στα χωράφια ή το ψάρεμα) που εξασφαλίζουν το μικρό αλλά αναγκαίο εισόδημα, για να μπορέσει να επιβιώσει η οικογένεια.

Ένας φαύλος κύκλος, που τελικά περιορίζει τις δυνατότητες εξέλιξης μέσω της εκπαίδευσης.

Ο Κόκο ψάχνει τρόπους να ενημερώσει και να ευαισθητοποιήσει την κοινότητα και ελπίζει η δράση μας εκεί να κινήσει το ενδιαφέρον όλων.

Φτάνοντας εκεί, δεν έχει σημασία ούτε από πού προέρχεσαι ούτε αν είσαι γνωστός στον κύκλο σου. Το μόνο που έχει σημασία είναι τι μπορείς να δώσεις στον διπλανό σου και πώς θα γίνει αυτή η αλληλεπίδραση.

Εμείς είχαμε στο μυαλό μας κάποια πράγματα κι είχαμε κάνει έναν σχεδιασμό για τη δράση μας, αλλά πάντα με μια επιφύλαξη.

Προετοιμάσαμε ένα πρόγραμμα εμπνευσμένο από τις εμπειρίες μας και τις παραστάσεις που έχουμε από το περιβάλλον μας, το οποίο διαφέρει πάρα πολύ από αυτό στο οποίο βρεθήκαμε.

Πριν πάμε εκεί, υπήρχε η αγωνία εάν αυτό που θέλουμε να εφαρμόσουμε θα έχει απήχηση και ουσιαστικό νόημα σε ένα διαφορετικό κι άγνωστο πλαίσιο.

Κάθε δράση ορίζεται και προσδιορίζεται από το πλαίσιο στο οποίο συμβαίνει, και γι΄ αυτό το μεγάλο στοίχημα για εμάς ήταν να παρατηρήσουμε, να αφουγκραστούμε και να αναλύσουμε το καινούριο πλαίσιο στο οποίο βρεθήκαμε όσο πιο σύντομα γίνεται, ώστε να προσαρμόσουμε τις ιδέες μας στις ιδιαιτερότητες του καινούριου συνόλου.

Από την πρώτη επαφή με τα παιδιά, ξεκινήσαμε μαζί τους από μια αφετηρία να διαμορφώνουμε το πρόγραμμά μας, βάσει των συνθηκών και των αναγκών τους.

Ήταν μια αμφίδρομη, δυναμική διαδικασία που διαρκώς εξελισσόταν κι αποκτούσε μορφή μέρα με τη μέρα και είναι πρωτόγνωρο το συναίσθημα όταν συνειδητοποιείς τόσο την επιρροή που έχεις εσύ στα παιδιά όσο κι αυτά σε σένα!

Το πρόγραμμά μας αφορούσε τον αθλητισμό, ως μέσο εκπαίδευσης κι ατομικής έκφρασης.

Η εκπαίδευση μέσα στη σχολική τάξη σε εξοπλίζει με γνώσεις κι αξίες, σου μαθαίνει πώς να χρησιμοποιείς το μυαλό σου και πώς να σκέφτεσαι.

Όμως, κανένα εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι σχεδιασμένο να καλύπτει τις ιδιαιτερότητες κάθε μαθητή κι εδώ έρχεται ο αθλητισμός, και μάλιστα ο ομαδικός αθλητισμός, να δώσει την ευκαιρία σε κάθε παιδί να εκφραστεί με τον δικό του διαφορετικό τρόπο και να αναδειχθεί στο σύνολο.

Ο κάθε ένας από εμάς μαθαίνει με διαφορετικό τρόπο και έχει ξεχωριστά ταλέντα. Κι αυτό το μαγικό κάνει ο αθλητισμός: αναζητά στον καθένα μας τη διαφορετικότητα και συνθέτει όλα αυτά τα διαφοροποιά στοιχεία σε ένα σύνολο, το οποίο αναδεικνύει τον καλύτερο εαυτό του καθένα μας, μέσω της ομαδικής αρμονίας.

Ο αθλητισμός σε εξοπλίζει με έντονα συναισθήματα και προκλήσεις, δεξιότητες συνεργασίας, πρωτοβουλίας, ανάληψης ευθύνης και πειθαρχίας, χτίζοντας την αυτοπεποίθηση και τον αλληλοσεβασμό.

Ο αθλητισμός προσφέρει ένα ελεύθερο πεδίο έκφρασης της ατομικότητας κι αποδοχής της διαφορετικότητας, σε έναν κόσμο που η ομοιομορφία κι η ατομική ανταγωνιστικότητα τείνουν να καθιερωθούν.

Και σε ένα περιβάλλον όπως αυτό της Αφρικής, οι ευκαιρίες για εναλλακτικούς τρόπους εκπαίδευσης είναι περιορισμένες, αν όχι ανύπαρκτες.

Εμείς είχαμε την τύχη να έχουμε πρόσβαση σε τέτοιες δραστηριότητες, κι αυτό είναι που θέλαμε να μοιραστούμε με τα παιδιά αυτά.

Κομμάτι Ενός Άλλου Κόσμου

Ένα σημαντικό πράγμα που ήξερα, αλλά πρώτη φορά θα συνειδητοποιούσα, είναι «η παγκόσμια γλώσσα του αθλητισμού».

Κάθε μέρα από τις 8 ως τις 12, τα παιδιά στο «Σχολείο της Ελπίδας» εξασκούνταν σε διαφορετικές ασκήσεις που είχαν μαθησιακούς στόχους.

Τα παιδιά στην Ζανζιβάρη, όμως, μιλούν μόνο σουαχίλι, εγώ αγγλικά και -στη σκέψη μόνο- μου φαινόταν «βουνό» το πώς θα γίνει η επικοινωνία μεταξύ μας.

Κι όμως, εκτός ότι τα παιδιά είναι πανέξυπνα και δέκα φορές πιο προσαρμόσιμα από τους ενήλικες, είναι η γλώσσα του σώματος και του προσώπου, η γλώσσα του κοινού στόχου που ενώνει τους ανθρώπους και τους παρακινεί για να καταλάβουν ο ένας τον άλλον.

Είναι απλά το να θέλεις να καταλάβεις τον διπλανό σου.

Και, έτσι, συνεχίστηκαν όλες οι μέρες μας, με τη συμβολή των δασκάλων, φυσικά.

Τα παιδιά αυτά ήταν τόσο ενθουσιασμένα με τις καινούριες αυτές δραστηριότητες, με το σχηματισμό ομάδων, που στην ουσία σου μετέδιδαν τη χαρά τους για να βρίσκεις καινούριες ασκήσεις και να δημιουργούμε από κοινού το τελικό αποτέλεσμα.

Τα παιδιά αυτά, που δεν έχουν σχεδόν τίποτα, ήταν ευτυχισμένα με το να φορέσουν μια πορτοκαλί φανέλα με νούμερο, να κουβαλήσουν όλα μαζί τις μπάλες, να ασχοληθείς μαζί τους παίζοντας με τα χέρια και να τα σηκώνεις ψηλά.

Πράγματα που, για τη δική μας πραγματικότητα, θεωρούνται μάλλον βαρετά και τετριμμένα, για εκείνα ήταν η χαρά ζωγραφισμένη στο πρόσωπό τους, κι είναι μια χαρά που είναι μεταδοτική.

Νομίζω τα παιδιά μάς θυμίζουν τελικά πώς να παίρνουμε ευχαρίστηση από τα απλά πράγματα.

Αν πρέπει να ξεχωρίσω ένα γεγονός που με εντυπωσίασε κατά την αλληλεπίδρασή μου με τα παιδιά του «Σχολείου της Ελπίδας» είναι η πειθαρχία που έχουν.

Όχι αυτή της υπακοής, αλλά της αυτοπειθαρχίας. Είναι παιδιά ηλικίας 3-7 χρονών, στις ηλικίες αυτές τα παιδιά έχουν εγωκεντρικές συμπεριφορές, όμως αυτά έδειξαν να έχουν κατακτήσει ήδη το επόμενο νοητικό επίπεδο.

Θυμάμαι, κάναμε μια άσκηση στην οποία τα παιδιά ήταν χωρισμένα σε ομάδες και έπαιζαν μια μορφή σκυταλοδρομίας.

Στη μία ομάδα ήταν ένα πολύ μικρό κοριτσάκι που δεν μπορούσε ακόμα να καταλάβει τι θα πει περιμένω στη σειρά μου για να φύγω, με αποτέλεσμα να μένει πίσω και ένα δυο παιδάκια πάνω στον ενθουσιασμό του παιχνιδιού την προσπέρασαν με αποτέλεσμα να χάσει τη σειρά της στον πρώτο γύρο.

Με είδαν που προσπαθούσα να της δείξω πού να περιμένει για να τρέξει κι εκείνη τη στιγμή ένα από τα παιδιά πήγε να την προσπεράσει. Κατευθείαν τα υπόλοιπα του φώναξαν κάτι στη γλώσσα τους και το έβαλαν να πάει πίσω στη σειρά του κι εκείνο ακολούθησε.

Τα παιδιά εξήγησαν στο μικρό το κοριτσάκι πότε πρέπει να τρέξει, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε καθυστέρηση της ομάδας τους στη σκυταλοδρομία.

Παρατήρησα ότι, μέσα από τα παιχνίδια, τα παιδιά θέτουν από μόνα τους κανόνες μέσα στην ομάδα, τους οποίους φροντίζουν να τηρούν όλοι, χωρίς την ανάγκη εξωτερικής παρέμβασης, κι όλα αυτά πάρα πολύ άμεσα.

Η διαδρομή από το σχολείο μέχρι το γήπεδο είναι περίπου δέκα λεπτά μέσα από δρομάκια κι έναν κεντρικό δρόμο.

Την πρώτη μέρα που πήραμε τις μπάλες στο γήπεδο, όρμηξαν όλα να πάρουν από μια και ξεχύθηκαν στην ποδοσφαιρική αλάνα κλωτσώντας τις μπάλες δεξιά κι αριστερά.

Μέχρι να τα μαζέψω, χρειάστηκα περίπου είκοσι λεπτά και με τη βοήθεια του δασκάλου που ήταν μαζί μας τους εξήγησα ότι την επόμενη φορά μπορεί να κουβαλάει ο καθένας την μπάλα του, αλλά απαγορεύεται να παίζουμε στη διαδρομή κι όταν φτάνουμε στην αλάνα θα τις βάζουν στο σάκο μέχρι να έρθει η στιγμή να τις χρησιμοποιήσουμε, αλλιώς θα τις κουβαλάω μόνο εγώ.

Και το ακολούθησαν από την επόμενη κιόλας μέρα και για κάθε μέρα χωρίς να ξανά ειπωθεί.

Τα παιδιά ήταν εντυπωσιακά συνεργάσιμα, απορροφούσαν κάθε καινούριο στοιχείο σα σφουγγάρια και λατρεύουν να αντιγράφουν αυτά που κάνεις. Το αγαπημένο τους ήταν να συμμετέχουμε κι εμείς στις ασκήσεις μαζί τους.

Τις πρώτες μέρες, βέβαια, γυρνούσα στον ξενώνα εξουθενωμένη. Ένιωθα ότι μου είχαν απορροφήσει όση ενέργεια είχα, αλλά αφού και για μένα ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία, μετά τις πρώτες μέρες είχα ήδη συνηθίσει.

Άλλωστε, κάθε επόμενο πρωί ήμουν ανυπόμονη για την καινούρια μέρα μου με τα παιδιά.

Κάθε μέρα που περνούσε, αποκτούσα και πιο σαφή εικόνα για τη ζωή των ανθρώπων εκεί, τις συνήθειές τους και τις αξίες τους.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι ζουν μια καθημερινότητα στην πιο απλή μορφή που μπορεί να φανταστεί κανείς, με πολλές ελλείψεις σε παροχές κι αγαθά, και το ξέρουν.

Αλλά θυμάμαι να μου λένε «εμείς εδώ δεν έχουμε πολλά, αλλά είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι και βοηθάμε ο ένας τον άλλον».

Κι αυτό φαίνεται από τα παιδιά στο σχολείο, μέχρι τον κόσμο έξω.

Πολλά από τα παιδιά στο σχολείο έρχονται ξυπόλυτα, γιατί δεν έχουν παπούτσια, άλλα με ξηλωμένες τις φόρμες, περιμένοντας τις δασκάλες να τους τις ράψουν κάποια στιγμή.

Κάθε μέρα, το γεύμα τους στο σχολείο περιλαμβάνει χυλό από νερό, αλεύρι και ζάχαρη.

Ακόμα θυμάμαι αυτή τη σκηνή που μου είχε κάνει εντύπωση: ένα κοριτσάκι είχε φέρει από το σπίτι ένα κομμάτι παστέλι, στο μέγεθος μια καραμέλας. Κι ενώ το έτρωγε, ήρθαν 3-4 συμμαθητές της και της ζήτησαν λίγο. Χωρίς δεύτερη σκέψη, εκείνη το μοιράστηκε με όλους, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι θα φάνε όλοι από ελάχιστο.

Δεν μπορούσα να μην το συγκρίνω με μια αντίστοιχη κατάσταση στο δικό μας σχολείο, όπου ο καθένας κρατάει το σνακ του για τον εαυτό του.

Κι αυτό είναι καθαρά θέμα νοοτροπίας, όχι στιγμιαίας επιλογής.

Οι άνθρωποι συνειδητά μοιράζονται τα πάντα και στην πραγματικότητα για αυτούς τα πάντα είναι ελάχιστα, αλληλοστηρίζονται και υπάρχει εμπιστοσύνη.

Θυμάμαι, ήθελα να αγοράσω ένα αναμνηστικό από μια μικρή παράγκα, αλλά δεν είχα χρήματα πάνω μου και είπα στον πωλητή πως θα έρθω την επόμενη ημέρα να το πάρω που θα έχω παραπάνω χρήματα.

Και μου είπε «δεν πειράζει, σε έχω δει κάθε μέρα που περνάς από εδώ, μπορείς να το πάρεις και μου φέρνεις αύριο τα υπόλοιπα χρήματα».

Με παραξένεψε αυτή η άλογη μορφή εμπιστοσύνης από κάποιον άγνωστο, δεν έχουμε συνηθίσει έτσι εμείς.

Κάθε αλληλεπίδραση που είχα με τους ανθρώπους εκεί, μπορούσα να διακρίνω πόσο δίκαιοι κι ειλικρινείς είναι, από τα μικρά μαγαζάκια και τις ταβέρνες μέχρι και τη σειρά και τις ομάδες στο απογευματινό μπιτς βόλεϊ.

Ως λαός, είναι πολύ αθλητικός, τους αρέσει κάθε μορφή άσκησης, και το απόγευμα η ενιαία παραλία γεμίζει με ανθρώπους που παίζουν ποδόσφαιρο και μπιτς βόλεϊ.

Οι άνθρωποι χορεύουν στην άμμο και κάνουν γυμναστική με αυτοσχέδια όργανα, μέχρι να δύσει ο ήλιος.

Κάθε εργαλείο, κάθε όργανο και όλες τις εγκαταστάσεις πρέπει να τα κατασκευάσουν μόνοι τους, δεν υπάρχει τίποτα έτοιμο.

Κι εκεί πραγματικά είχα την ευκαιρία να δω πόσο δημιουργικός μπορεί να γίνει ο ανθρώπινος νους.

Έχουμε συνηθίσει να τα έχουμε όλα έτοιμα κι όντως είναι πολύ βολικό, αλλά είναι αλήθεια κρίμα που με τόσες ανέσεις πλέον έχουμε ξεχάσει πώς να είμαστε πρακτικοί, να αξιοποιούμε το περιβάλλον γύρω μας, να χρησιμοποιούμε τη φαντασία μας, και να αντλούμε ικανοποίηση από τη δημιουργία μας.

Ακούω όλο και πιο συχνά ότι τα παιδιά σήμερα βαριούνται εύκολα, κι αργότερα θα γίνουν ενήλικες που βαριούνται εύκολα, αλλά κι αυτό θεωρώ πως είναι αποτέλεσμα του τρόπου που επιλέγουμε να εξελίξουμε και να εκπαιδεύσουμε τις νοητικές μας ικανότητες.

Η Ζανζιβάρη είναι ένα μεγάλο ψαρονήσι. Οι ασχολίες των ανθρώπων περιορίζονται σε ότι προσφέρει το περιβάλλον εκεί.

Πολλοί είναι ψαράδες με τα καΐκια τους, άλλοι γεωργοί αξιοποιώντας ότι παράγει η γη τους κι άλλοι ασχολούνται με τουριστικές δραστηριότητες.

Όλοι προσπαθούν να επωφεληθούν του τουρισμού, είναι ο κύριος μοχλός της οικονομίας τους.

Το νερό στο νησί δεν είναι πόσιμο, κι αν για τους ξένους υπάρχει η επιλογή να αγοράσουν εμφιαλωμένο νέρο, για τους ντόπιους υπάρχει ένα μεγάλο φορτηγό με μπιτόνια από πόσιμο νερό που το μοιράζει στα σπίτια.

Κάτι σαν τον γαλατά του χωριού μας, όπως τον παρομοίασα.

Όσο για την τροφή τους, αυτή περιλαμβάνει κυρίως ψάρια, ρύζι, πατάτες και λαχανικά.

Η μεγαλύτερη αντίθεση στον τρόπο διαβίωσης σε σχέση με την Ευρώπη είναι σχετικά με τη θέση της γυναίκας.

Δεν μου πήρε πάνω από δύο μέρες για να παρατηρήσω ότι καμία μα καμία γυναίκα δεν κυκλοφορεί στην παραλία και σε δημόσια μέρη, εκτός από τις λίγες που εργάζονται σε ξενοδοχειακές μονάδες.

Και δεν μπορούσα να μη ρωτήσω το γιατί.

Η απάντηση ήταν απλή: οι γυναίκες μένουν στο χωριό, να προσέχουν τα παιδιά και το σπίτι.

Το θεώρησα αρκετά άδικο οι γυναίκες να μην μπορούν να πάνε μια βόλτα στην παραλία, να αθληθούν όπως οι άντρες, να εργαστούν όπως αυτοί!

Πάνω στη συζήτηση με κάποιους φίλους μας, πλέον, κατάλαβα ότι συμφωνούν κι αυτοί εν μέρει με την άποψή μου, αλλά η θρησκεία τους αυτό ορίζει κι έχουν πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη σε αυτήν.

Είναι μια κατάσταση που είναι κοινώς αποδεκτή. Κι από τους άντρες κι από τις γυναίκες.

Εμένα, παρ’ όλα αυτά, μου φαίνεται ως παραφωνία στο όλο σκηνικό, ήταν ένα από τα ελάχιστα πράγματα που με ξένισαν τελείως.

Μπορεί να είναι κι επειδή είδα ότι οι mzungu (λευκές γυναίκες) γίνονται απόλυτα αποδεκτές στην καθημερινότητα από τους άνδρες, ενώ ακριβώς την ίδια στιγμή για τις δικές τους γυναίκες τηρούνται αυστηρά οι περιορισμοί που επιβάλλει ο μουσουλμανισμός.

Αυτό μου φάνηκε κάπως ειρωνικό.

Στο μεταξύ, επειδή υπήρχε δυσκολία εύρεσης ίντερνετ, η επαφή με την Ελλάδα και τα δρώμενα ήταν αρκετά περιορισμένη.

Οι δικοί μου άνθρωποι δεν αγωνιούσαν ιδιαίτερα, νομίζω περισσότερο είχαν περιέργεια πώς είναι η ζωή μου εκεί.

Βασικά, ένιωσα σα να μεταφέρθηκα σε μια εντελώς διαφορετική καθημερινότητα, κατά την οποία χρόνος είχε σταματήσει.

Όπως κάθε ταξίδι, έτσι κι αυτό με είχε κάνει να αφήσω εντελώς πίσω την μέχρι τώρα ζωή μου, με το μυαλό μου εντελώς άδειο από κάθε έγνοια, θα συστηνόμουν στους ανθρώπους από την αρχή και θα έκανα αυτό στο οποίο προσπαθούσαμε να δώσουμε μορφή όλο αυτό το διάστημα.

Είμαι τυχερή που μπορούσα να ζήσω τρεις εβδομάδες σε αυτήν την κοινότητα, να συνυπάρξω με τα παιδιά και τους ανθρώπους του χωριού, δημιουργώντας κάτι καινούριο κι ανακαλύπτοντας τον εαυτό μου μέσα σε ένα πρωτόγνωρο πλαίσιο!

Επειδή στη ρουτίνα, που όλοι αντιμετωπίζουμε τελικά, δεν νομίζω ότι είναι πολλές οι καταστάσεις που μπορούν να σου προσφέρουν τέτοιου είδους προκλήσεις, αυτό είναι που ορίζω ως «το προσωπικό μου δώρο» μέσα από την εμπειρία μας.

Και, όπως με κάθε πράγμα στη ζωή, έρχεται η στιγμή που τελειώνει.

Σκεφτόμουν τη ζωή μου στην Αθήνα και τις μέρες μου εδώ και κάθε σύγκριση ήταν ανούσια.

Είναι δυο διαφορετικοί κόσμοι και φαντάζει περίεργο πως ζούμε στο σήμερα όλοι και, παρόλα αυτά, οι συνθήκες διαβίωσης μπορούν να διαφέρουν τόσο πολύ. Κι είναι ακόμα πιο περίεργο πώς προσαρμόζεται ο άνθρωπος στο περιβάλλον του.

Καταστάσεις και στόχοι που με απασχολούσαν στη ζωή μου στην Ευρώπη, φάνηκαν περιττά και παράταιρα στην Αφρική, κι αντιστρόφως.

Ευχόμουν να μπορούσα να καθίσω λίγο ακόμα, αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω κι αν θα κουραζόμουν ποτέ.

Ίσως κάποια στιγμή, αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι θέλω να επιστρέψω.

Έχει περάσει ήδη ένας χρόνος κι ακόμα, καμιά φορά, κοιτάω στο κινητό μου τις φωτογραφίες, χαμογελάω κι αναπολώ τις στιγμές μου εκεί.

Δεν γίνεται να μη με πιάνει μια νοσταλγία.

Το να βοηθάς και να προσφέρεις χαρά στον διπλανό σου είναι κυριολεκτικά η πιο αγνή μορφή ικανοποίησης και ευτυχίας, κι είναι τόσο απλό…

Χρειάζεται μόνο να αφιερώσεις λίγο από τον χρόνο σου και την προσοχή σου, ότι ακριβώς δηλαδή μας αφιέρωσαν και τα παιδιά στο σχολείο και νιώθω ευγνώμων.

Οι μέρες μου εκεί ήταν η πιο καθολικά πρωτόγνωρη εμπειρία που έχω ζήσει, είχα την τύχη να γίνω κομμάτι ενός διαφορετικού κόσμου.

Να τον γνωρίσω ουσιαστικά και να ενσωματωθώ σε αυτόν.

Για ένα μήνα, δεν ήμασταν ούτε τουρίστριες, ούτε αθλήτριες, ούτε η Αθηνά κι η Κάρλι.

Ήμασταν «οι δασκάλες του σχολείου», όπως μας αποκαλούσαν κι είναι η προσφώνηση που με κάνει να νιώθω πιο περήφανη από όλες.

Πλέον, γνωρίζουμε τις ανάγκες του σχολείου από πρώτο χέρι και προετοιμάζουμε τις δράσεις μας ακόμα πιο στοχευμένα.

Θέλουμε να βοηθήσουμε όσο μπορούμε περισσότερο και, όποτε το επιτρέψουν οι συνθήκες, να έχει συνέχεια το πρόγραμμά μας στο σχολείο.

Εις το επανιδείν, λοιπόν!

Διαβάστε ολόκληρο το θέμα εδώ


Comments are closed.